Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Χελιδόνια


Του Βαγγέλη Κ.  Χριστοπούλου
Είναι  Σεπτέμβρης και ο  κήπος ακόμη είναι καταπράσινος . Οι λίγες κόκκινες ντομάτες κρεμασμένες ανάλαφρα  στα παλούκια, δίνουν το δικό τους τόνο. Οι αγγουριές απλωμένες  αναρριχώνται και τυλίγουν  με τους βλαστούς και τα κίτρινα λουλούδια τους, τα πράσινα βλίτα, τα σύρματα, τις φράχτες. Εδώ εκεί φαίνονται μισοκρυμμένα  αγγούρια μέσα στην πράσινη χλόη. Πιο πέρα οι ντάλιες με τα πολύχρωμα λουλούδια τους, είναι γεμάτες μέλισσες και πεταλούδες που ρουφάνε το χυμό και παίρνουν την γύρη τους........

Ασπρογάλαζα  σύννεφα ανάλαφρα  ταξιδεύουν από τη δύση στην ανατολή να συναντήσουν τον ήλιο. Ο δρόμος της γειτονιάς έρημος και μόνο  ο κρότος  από το σκίσιμο των ξύλων, με το τσεκούρι του Μάγκα ακούγεται.
Ο Γιάννης, ο Βάλαγγας  αγναντεύει από το παράθυρο τα σταυρωτά καλώδια της ΔΕΗ και του ΟΤΕ  που είναι γεμάτα χαρούμενα χελιδόνια. Αυτά κάθονται αράδα αράδα σε μια πανέμορφη γραμμή. Άξαφνα πετούν ανά δύο, ανά τρία και πάλι στέκονται στα διπλανά σύρματα κάνοντας πολλές χαρές.
Δίπλα του έρχεται η Αγγέλω η γυναίκα του. Ρίχνει μια ματιά προς τον κήπο και τα σύρματα και του λέει:
__Γιάννη, νά  η μάνα και ο πατέρας των μικρών χελιδονιών.
__Ευτούνα, όλα μανάδες και πατεράδες είναι.
__Δεν σου λέω γι’ αυτά που κάθονται στα σύρματα, αλλά νά, για κείνα που πετάνε τώρα, προς τα ξύλα.
__Και τι πάνε να κάνουνε εκεί;
__Α!  Νόμιζα πως στο είχα ειπεί.
__Τί να μου ειπείς;
__Μια από τις τρεις χελιδονοφωλιές, που είναι κάτω απ το μπαλκόνι, δεν ξέρω πως έγινε και έπεσε. Κατέβηκα κάτω να ταΐσω τις κότες και είδα χάμου, κάτι που μαύριζε, εκεί κοντά στα ξύλα. Έσγυψα και τι να ιδώ! ήταν δυο μικρά χελιδονάκια!     
__Και τί τα έκανες;
__Τα μάζεψα και όχι μόνο αυτά, αλλά βρήκα άλλα δύο ακόμα. Όταν τα μάζεψα και τα τέσσερα κάνανε τον ψόφιο κοριό για να μην τα πειράξω, τα πονηρά. Πήρα από κει δίπλα ένα παλιό άδειο τσουβάλι που είχαμε κρεμμύδια , το έκανα σαν φωλίτσα και τα έβαλα μέσα. Και να ιδείς τι χαρές  κάνανε η μάνα τους και ο πατέρας , και τι κύκλους κάνανε  γύρω μου φωνάζοντας!
__Εφτούνα θα τα φάνε οι γάτες.  Πού τα έχεις βάλει;
__Πάνω στα ξύλα, στην κορυφή του τρακά.
__Κοίτα Γιάννη, πώς πάνε και τα ταΐζουν οι γονείς τους. Το ένα έρχεται, το άλλο φεύγει. Είναι καλά μαλλιασμένα και έτοιμα να σκαρίσουνε. Εκεί που είναι  κινδυνεύουν  γι αυτό  τα ταΐζουν όσο μπορούν περισσότερο να μεγαλώσουν γρήγορα.
__Ο κήπος είναι φραγμένος με σύρμα, οι γάτες δεν μπορούν να μπούνε  μέσα να τα φάνε. Άστα εκεί μέχρι που να πετάξουν.
 Όλοι μάθαμε, για την γεμάτη αγάπη και στοργή καρδιά της Αγγέλως για τα χελιδονάκια της.  Τα έβαλε σε μέρος να τα βλέπουμε, αλλά να μην τα ενοχλούμε  και κάθε ημέρα ρωτάγαμε για την ζωή τους.  Με καμάρι και χαρά μας ενημέρωνε. Με τρυφερότητα  πήρε στα χέρια της μετά τρείς ημέρες τα μικρά χελιδονάκια  , τυλιγμένα στο τσουβάλι,  και βγάλαμε μια φωτογραφία.
Κάθε ημέρα που φώταγε και έβγαινε στο μπαλκόνι,  το βλέμμα της εκεί πήγαινε μην έπαθαν τίποτα τα μικρά της χελιδονάκια. 
Δεν πέρασαν οχτώ ημέρες  κι εκείνα πέταξαν και κάθισαν στο σύρμα του μπαλκονιού της ,που άπλωνε τα ρούχα.  Μαζί με τα τέσσερα χελιδονάκια ήρθαν και κάθισαν οι δυο γονείς τους. Την ευχαριστούσαν  την κυρά Αγγέλω  για το καλό που τους έκανε, με τις φωνές τους. Κούνησαν πολλές φορές τις ουρίτσες τους , έκαναν υπόκλιση και ύστερα έφυγαν.

Πέρναγαν οι μέρες.   Τα πρωινά έβγαινα στο μπαλκόνι, ανάσαινα την υγρασία του κήπου και αγνάντευα το σκοτάδι του κήπου που έφευγε.  Ο ήλιος χρύσωνε πρώτα της ψηλές γυμνές κορφές των βουνών  και σιγά σιγά άγγιζε  και την κορφή της Κουκούλας. Έπειτα ακράτητος, έμπαινε στο χωριό, φώτιζε και ζέσταινε τις αυλές, τους κήπους , τα σπίτια. Ξύπναγε όλη η πλάση και τα χελιδονάκια κάνανε κύκλους χαρούμενους , γύρω από τα σπίτια, πάνω από τις στέγες και το καμπαναριό. Κατέβαιναν και πέταγαν χαμηλά στη γη και με μιας καταχτούσαν τα αραιά σταχτιά σύννεφα. Η ματιά μου, η σκέψη μου στους φτερωτούς φίλους του ανθρώπου.  Στα χελιδόνια που κάθονταν στα καλώδια της ΔΕΗ και του ΟΤΕ..
Ο ήλιος είχε ψηλώσει αρκετά , όταν είδα τα χελιδόνια, που έφυγαν από τα σύρματα άξαφνα. Πετούσαν σε δυο φάλαγγες στα δυτικά του χωριού, στα υψώματα, με μεγάλη ταχύτητα. Μόλις διέκρινα μπροστά τους, ένα ξεφτέρι με  το  μαύρο χελιδόνι στα πόδια του να τρέχει γοργά. Άκουγα  φοβερή και αλλόκοτη τη φωνή τους και έβλεπα με τί λύσσα που έτρεχαν κατά πάνω του!  Ύστερα γύρισαν πίσω χωρίς να καθίσουν στα  καλώδια.  Με νίκη ή  χαμένα δεν ξέρω.
Ποτέ δεν είχα νοιώσει την ύπαρξή τους κοντά μου, τόσο όμορφη, τόσο χρήσιμη, τόσο απαραίτητη.  Τα έβλεπα κάθε ημέρα, που στεφάνωναν το χωριό με το πέταγμά τους. Πέρναγαν κοντά στα μπαλκόνια, έκαναν κύκλους στο κυπαρίσσι, πέρναγαν πάνω από την μυγδαλιά και την μουριά του κήπου  και κόντευαν  ν’ αγγίξουν τους φράχτες. Ύστερα πετούσαν πασπατευτά πάνω στο δρόμο. Άλλα σκαρφάλωναν στον τοίχο του σπιτιού του Μητσιελόπανου και άλλα έπιναν νερό από τον σπασμένο αγωγό του δρόμου.
Μίκρυνε η μέρα, η τροφή λιγόστεψε, το φθινόπωρο τελειώνει και ο Χειμώνας πλησιάζει. Στα καλώδια που κάθονται αποφασίζουν για το ταξίδι τους.
Πέντε ημέρες τα είδα ακόμη καθισμένα στα σύρματα και μια μέρα  έκαναν πέντε κύκλους πάνω από το χωριό, ύστερα ανέβηκαν ψηλά στον γαλανό ουρανό και έφυγαν .
Δεν ξέρω αν ήταν και τα τέσσερα χελιδονάκια της Αγγέλως στο μεγάλο ταξίδι τους.  Δεν της είπα τίποτε για το συμβάν με το ξεφτέρι, να μην την στενοχωρήσω.
Τώρα που έφυγαν μας λείπουν, ερήμωσε ο τόπος.
Στο καλό ταξιδιάρικα χελιδόνια μας, την άνοιξη σας περιμένουμε ξανά στις φωλιές σας.

B GIRAKAS 19.9.2014


1 σχόλιο:

  1. Είναι μια τρυφερή και συναισθηματική περιγραφή μιας πραγματικότητας που όντως συνέβη στο χωριό μας. Η ευαισθησία και η δυνατή γραφίδα του Βαγγέλη, την απέδωσαν, πιστεύω, τέλεια.Το κείμενο μου άφησε μια έντονη νοσταλγία,
    γιατί μου θύμησε ανάλογες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια και μια διάχυτη και ανεξήγητη μελαγχολία. Σημειώνω εδώ και τις εντυπωσιαακές λογοτεχνικές προόδους του συγγραφέα και του εύχομαι να συνεχίζει να μας χαρίζει συγκινήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή