Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ


του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Σήμερα του κυρ. Γιώργη το μυαλό ταξιδεύει στις πονεμένες ημέρες, με το Θείο Δράμα που ξετυλίγεται  στους Ναούς της Αθήνας.   Αλλά θυμάται  και όλη την γιορταστική ατμόσφαιρα της παιδικής του ζωής, στο χωριουδάκι του, την Μυγδαλιά Αρκαδίας. Θυμάται τον Πατέρα του, την μάνα του, τ’ αδέρφια του, τους  χωριανούς του, όλες τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.  Θυμάται την μεγάλη  Δευτέρα με το ξεκίνημα της αυστηρής νηστείας και την ακολουθία του.....
Νυμφίου με το ωραίο τροπάριο: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…»  με τις δέκα μωρές παρθένες.  Την Μεγάλη Τρίτη, με το τροπάριο της Κασσιανής: «Κύριε, η εν  πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…»,  που άλειψε  η αμαρτωλή με μύρο, τα πόδια του Χριστού. Τη Μεγάλη Τετάρτη που γίνεται  το Ευχέλαιο στις εκκλησιές και  την Μεγάλη Πέμπτη , με την ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου , το άκουσμα των δώδεκα Ευαγγελίων  και το έξοχο τροπάριο: « Ότε οι ένδοξοι μαθηταί εν τω νιπτήρι του Δείπνου εφωτίζοντο…» και  την Σταύρωση   του Χριστού που προμηνύεται.
Με όλα αυτά στη σκέψη του, ο κυρ Γιώργης έλεγε:
__ Δεν ξέρω τί νοιώθουν οι άλλοι χωριανοί μου για την Μεγάλη Εβδομάδα,  πάντως σε μένα γυρόρχονται  πολλές λατρευτικές εικόνες  από την εκκλησία μας στο χωριό. Σκηνές ενδιαφέρουσες, προετοιμασίες στο σπίτι, ήθη, έθιμα του χωριού,  γυναίκες θλιμμένες και ύστερα, πρόσωπα χαρωπά, τραγούδια και χαρές.
Έρχεται στο νου μου, η κατάφωτη εκκλησιά μας, τα πένθιμα βράδια  της Μ. Βδομάδας, με τη φωνή  των  ψαλτών να λένε δυνατά  με τέχνη και  γλυκόφωνα  την μελωδία: «Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδύμα ουκ έχω, ίνα  εισέλθω εν αυτώ…».  Όσο το μυαλό του κυρ- Γιώργη είναι στα περασμένα,   του φαίνεται, σαν ν’ ακούει τις καμπάνες που χτυπούσαν τότε,  άλλοτε πένθιμα,  άλλοτε χαρούμενα και  προσκαλούσαν  τον κόσμο στην εκκλησιά.
Θυμάται τις ολονυχτίες, τις δικές του αγρύπνιες  και αυτές των γυναικών, που γονατιστές στα κεντητά στρωσίδια της εκκλησιάς, άκουγαν ευλαβικά τον παπά, να διαβάζει τα Ευαγγέλια.
Θυμάται του  χωριού του την άνοιξη με τις κόκκινες παπαρούνες , τα διάσπαρτα αγριολούλουδα με το άσπρο, κίτρινο και μοβ χρώμα τους, στα  καταπράσινα λιβάδια, που έκοβαν τα παιδιά  μάτσα, και τα έφερναν, για να στολίσουν οι κοπέλες τον Επιτάφιο.
Θυμάται τα φλύαρα, χαρούμενα χελιδόνια, να στεφανώνουν με τους κύκλους τους, την  εκκλησιά.
Φέρνει  στο νου του, τα κόκκινα αυγά,  το αρνί, τον Λαμπριάτη ζωντανό, δεμένο στην αυλή. Θυμάται τη  χαρά ,που είχε σαν παιδί την νύχτα με την περιφορά του Επιταφίου, με τον ουρανό γεμάτο αστέρια. Του φαίνεται σαν να μοσχοβολούν  γύρω του, όπως τότε,  οι κρίνοι, οι πασχαλιές τα  χαμομήλια.

Χίλιες δυο εικόνες ακόμη  γυρίζουν στο μυαλό του. Πολύ πιθύμησε,   ημέρες που είναι, να έρθει στο χωριό του. Κοντά στους δικούς του , στην ανοιξιάτικη φύση, κοντά στους χωριανούς και σε αυτούς που θα έρχονταν από την Αθήνα για τις γιορτές.
Επιθυμία  είχε μεγάλη,  να ψάλλει   το  «Χριστός Ανέστη…»,  να δώσει το φιλί της αγάπης, να τσουγκρίσει το κόκκινο αυγό.   Να τραγουδήσει και να χορέψει , το απόγιομα μετά την «Αγάπη», κάτω από τα γέρικα πλατάνια με την κιθάρα, το βιολί και το κλαρίνο , όπως παλιά,  μαζί με τους  συγχωριανούς του,  για την Ανάσταση του Χριστού και το αντάμωμα.
Πώς ν’  αντέξει σε τέτοιο πειρασμό!
 Κίνησε και έφθασε στο χωριό τη Μεγάλη Παρασκευή!
 Όλος ο κόσμος τιμά ιδιαίτερα αυτή την ημέρα. Δεν τρώνε σχεδόν  τίποτε,  μόνο κανένα κρεμμύδι από τον κήπο και κανέναν βορβό.  Η θεια Μήτσαινα ανακατώνει  ξύδι με  καπνιά, βρέχει λίγο ψωμί και τρώει  και  πίνει,   σε ανάμνηση του γεγονότος ,που τον Χριστό τον πότισαν με ξύδι. Σήμερα Μεγάλη Παρασκευή  δεν παίζουν χαρτιά στα καφενεία, δεν χασκογελούν, η καμπάνα χτυπάει πένθιμα για τον θάνατο του Χριστού, η φύση συννεφιασμένη, βροχερή. Η εκκλησιά είναι ανοιχτή. Οι νέες και οι νέοι στολίζουν τον Επιτάφιο. Ο καθένας που πηγαίνει εκεί φέρνει μπουκέτα λογής λογής λουλούδια, άσπρα, κόκκινα, κίτρινα.
Ένα μοιρολόγι της Παναγιάς συνήθιζαν παλιά να λένε οι μάνες στα παιδιά  και εκείνα με τη σειρά τους το τραγούδαγαν λυπητερά. Πάει και τούτο, ξεχάστηκε.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη ημέρα,
Σήμερα αποχωρίζεται  ο γιός με την μητέρα.
Άγιε Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιού μου,
Πού είναι ο γιόκας μου και  διδάσκαλός σου;
Το γιόκα σου τον έπιασαν και σα φονιά τον πάνε
Και στου Πιλάτου την αυλή , εκεί τον τυραννάνε.

Τρείς γυναίκες ξεκίνησαν, τρείς μαυροφορεμένες,
Η Μάρθα, η Μαγδαληνή και του Γιωσήφ η μάννα.
Πήραν στρατί στρατίδρομο, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε, μπροστά στο Σταυρωμένο……..

Τον  Επιτάφιο , το ιερό τούτο κουβούκλιο, στολίζουν με μυρωδάτα αγριολούλουδα, βιολέτες, παπαρούνες, δεντρολίβανο, πασχαλιές, τριαντάφυλλα.  Αυτό το ξυλόγλυπτο μαυσωλείο με τις τέσσερες κολόνες, που κρατούν τον μικρό θόλο ναού και τον μεγάλο σταυρό επάνω, πρέπει να καλυφθεί, με χρώματα και αρώματα απ’ τα λουλούδια, που ο κόσμος πλουσιοπάροχα φέρνει.
Πολύχρωμα άνθη περασμένα σε κλωστές, στολίζουν χιαστί, οριζόντια, κάθετα τον επιτάφιο. Μύρια λουλούδια δένονται στο κουβούκλιο, στις κολόνες, μέσα και έξω, σε όλα τα μέρη του.
Δεξιά και αριστερά στα στασίδια, όσο διαρκεί ο στολισμός, χοροί από νέους και νέες ψέλνουν περικοπές από τον επιτάφιο θρήνο.
Όταν το άνθινο μαυσωλείο ετοιμάζεται, γίνεται και η Αποκαθήλωση και ο παπάς αποθέτει μέσα εκεί το χρυσοκέντητο ύφασμα που παριστάνει το σώμα του νεκρού Χριστού.

Μανάδες , όλη μέρα, φέρνουν τα παιδιά τους να προσκυνήσουν. Μικροί, μεγάλοι ασπάζονται το σώμα του Χριστού  και περνούν κάτω από τον Επιτάφιο να πάρουν  την Χάρη Του.

Νύχτα γλυκιά, τα άστρα λάμπουν στον καθαρό ουρανό σαν διαμάντια. Ένα μεγάλο αστέρι φαίνεται ψηλά στην Αγία Παρασκευή και ένα άλλο πιο φωτεινό αστέρι φαίνεται στο αντίθετο μέρος, στη μεριά της Κουκούλας. Ο ήχος της            Ο   Επιτάφιος της Μυγδαλιάς         
 
   καμπάνας είναι γλυκός και ας χτύπαγε λυπητερά για τον Εσταυρωμένο   Οι γυναίκες έρχονται πρώτες ,αγοράζουν μάτσα τα κεριά για την περιφορά του Επιταφίου και σπεύδουν να ασπαστούν το Νεκρό Ιησού. Ύστερα πιάνουν θέσεις στον γυναικωνίτη. Από εκεί βλέπουν  τις φαμελιές, που μπαίνουν στην εκκλησιά.  Στ’ αριστερά στασίδια έχουν πιάσει την θέση τους  ο  Μαντζαφλής, ο Φλεβάρης, ο Γκιούλος και ο Καπέτας. Κάτω από τα στασίδια στέκουν όρθιοι: Ο Μπαζογιώργης, ο Κατσομάλης, ο Κιτσιούλης, ο Διογένης, όλοι ευθυτενείς, κουρεμένοι, καθαροί,  και πρσηλωμέμοι στους ύμνους των ψαλτών και του παπά. Στα δεξιά στασίδια είναι: Ο Κουτσός, ο Κατσαφάνας, ο Λεγάκης και πλησιάζουν οι Μπαρουναίοι, Ροζαίοι, Τριαδαίοι και άλλοι ηλικιωμένοι να καθίσουν. Πλήθος παιδιών, νέων, ηλικιωμένων κάθονται στο δεξιό και αριστερό μέρος της πλακόστωτης εκκλησιάς. Μα και στο γυναικωνίτη, πάνω και κάτω, υπάρχει το αδιαχώρητο από τις γυναίκες! Οι γριες: Αντρίκαινα, Βάγγαινα, Γιώργαινα κάθονται πίσω από το παγκάρι. Δεξιά κάθεται η Βγενιά και η Φωτούλα με τις κόρες τους και στην άλλη πάντα, η Πατσέβω, η Παναγούλα και άλλες, μαζί με νυφάδες, εγγόνια και άλλα μικρά παιδιά.

Από τις γειτονιές του χωριού συνεχίζουν  όλο και να έρχονται προς την εκκλησία  κόσμος,  νέοι, γυναίκες με παιδιά  και  γέρους.
Από το δρόμο προς τη βρύση, έρχονται οι Μαρουδαίοι, Παπαδαίοι, Βασιλοπουλαίοι, με τελευταίους τον γέρο Λεωνίδη και τον Χαραλάμπη τον Μπρη. Από τον πάνω μαχαλά, κατεβαίνουν οι Πολυδεραίοι, Πολυχρονοπουλαίοι, Μπαρουναίοι, Τζιρακαίοι με τον γερο Κομπόλη και τον Διαμάντη να κατηφορίζουν σιγά σιγά στυλωμένοι στα χοντρά ραβδιά τους.
Και από την κάτω γειτονιά ανηφορίζουν οι Γιαννοπουλαίοι με τον μπάρμπα Βαγγέλη και το μπάρμπα Αργύρη. Ο γέρο Βουτσής, ανήμπορος,  δεν το αποφάσισε ν’ ανηφορίσει.
 Όλοι βιάζονται να ασπαστούν τον Επιτάφιο, να πάρουν δύναμη και ευλογία. Από τον πολύ κόσμο γίνεται ουρά μέσα κι έξω από την εκκλησία, που είναι ασφυκτικά γεμάτη. Καρφίτσα δεν έπεφτε κάτω!

Το θείο δράμα συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση. Τώρα θα ακουστεί ο Επιτάφιος Θρήνος! Όλοι θέλουν να ψάλουν, να φωνάξουν, να δακρύσουν μπροστά στον νεκρό Ιησού.  Τους αγγίζει στην ψυχή ο άδικος χαμός Του, συμμετέχουν ενεργά στο πένθος.
Ο Επιτάφιος είναι τοποθετημένος στο κέντρο της εκκλησίας, κάτω από τον πανύψηλο τρούλο και τον ολοφώτιστο πολυέλαιο.  Είναι το θείο Σύμβολο όλων, τα μάτια και η ψυχή εκεί είναι στραμμένα.

Και να! Ο παπάς εξέρχεται από το Ιερό Βήμα και με  την βαθειά  του φωνή ψέλνει το: «Η ζωή έν τάφω, κατετέθης, Χριστέ…» δημιουργώντας ρίγη συγκίνησης στους πιστούς που σταυροκοπιούνται και ψιθυρίζουν και εκείνοι το: «Η ζωή εν τάφω…».  Με το θυμιατήρι, θυμιάζει πολλές φορές σταυρωτά, δεξιά και αριστερά τον Επιτάφιο και το λιβάνι απλώνεται γύρω  και μοσκοβολάει η εκκλησιά. Είναι μεγάλη η στιγμή. Ο πιστοί συμμερίζονται τον Θείο πόνο. Το δείχνουν με  την προσήλωσή τους στα λόγια του παπά και τα θλιμμένα πρόσωπά τους.
Είναι νύχτα λυπητερή, γεμάτη πάθος, ένταση, αγωνία. Ομάδες  από γυμνασιόπαιδα, κοπέλες, νέοι και γέροι έχουν πάρει θέση ανάμεσα από τον παπά και τους ψάλτες και  ολόγυρα  από τον Επιτάφιο. Ψέλνει η κάθε ομάδα χωριστά τα Εγκώμια. Η μια ομάδα παίρνει τον στίχο από την άλλη και ψέλνουν ευλαβικά, με πάθος, με συγκίνηση, με πόνο.
Μια ομάδα  μέσα στον ιερό θρήνο  υμνεί την σωματική Του ομορφιά, και ψέλνει: «Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς…»  και άλλη ομάδα στη συνέχεια μας θυμίζει τον θρήνο της Μάνας Του ψέλνοντας:  «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκίτατόν τέκνον, πού έδυ Σου το κάλλος;…» κι όλο το εκκλησίασμα καταλαμβάνεται από ρίγος συγκίνησης!  Ο παπάς στο τέλος ραίνει τον Επιτάφιο με αρώματα και ψέλνει συγχρόνως το  τροπάριο: « Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.» Εδώ έχομε την κορύφωση του Επιτάφιου Θρήνου. Όλος ο κόσμος σταυροκοπιέται δακρυσμένος.
Ακούστηκαν και μερικοί ακόμη γλυκόηχοι ύμνοι και ήρθε η ώρα για την μεγάλη Έξοδο, την περιφορά του Επιταφίου.

Καθυστερεί λίγο ακόμη ο παπάς την έξοδο, για να ασπαστούν περισσότεροι πιστοί. Ο κόσμος όμως πολύς, δεν θα προλάβουν όλοι,  η ώρα πέρασε και ο παπάς βιάζεται. Οι γέροι δεν θα ακολουθήσουν, κάθονται στα στασίδια, κρατώντας στα χέρια  τις μαγκούρες τους.

Ήρθε  η ώρα! Ο παπάς, οι ψάλτες και ο κόσμος μαζί, παίρνουν τον Επιτάφιο για την μεγάλη λιτανεία. Μπροστά τα εξαπτέρυγα με τον σταυρό και τον Επιτάφιο. Πίσω η πομπή  με τους παπάδες και τον κόσμο  κάνουν   τον μεγάλο γύρο στο χωριό. 
Μόλις έφτασαν και Παλιοπυργήσιοι και Γεφυριώτες κουρασμένοι και ιδρωμένοι, από τα καλύβια τους.  Δεν πρόλαβαν να ασπαστούν.  Αγόρασαν  μεγάλες κίτρινες  λαμπάδες,  τις άναψαν από τα κεριά στα μανουάλια και έρχονται στην περιφορά του Επιταφίου.
 Το πλήθος με αναμμένα κεριά ακολουθεί με ευλάβεια και κατάνυξη ψέλνοντας το «κύριε, ελέησον, κύριε ελέησον…».
Στο χωριό πολλά πράγματα άλλαξε ο χρόνος. Όχι όμως τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής με τον Επιτάφιο. Εκατοντάδες φλόγες συνοδεύουν στον τάφο τον Χριστό και γεμίζουν με παλμό και μυστήριο την ανοιξιάτικη βραδιά.
Ο κόσμος ξέρει ότι με τις αναμμένες λαμπάδες  ακολουθεί   την κηδεία του Χριστού, όπως γινόταν παλιότερα στα χωριά με τους ανθρώπους, που τους συνόδευαν στον τάφο.  Πριν αρκετά χρόνια μοιράζονταν κεριά όπως στα μνημόσυνα και τ’ ανάβαμε στην εκκλησιά. Νομίζω πάει και αυτό το έθιμο, καταργήθηκε. Τώρα ο καθένας έχει τη λαμπάδα του.
Το ανθρώπινο, φωτεινό ποτάμι γυρίζει στους δρόμους  και τα σοκάκια του χωριού. Η πομπή σε πολλά σημεία σταματάει και ο παπάς ψέλνει και δέεται υπέρ υγείας των ανθρώπων. Ο κυρ Γιώργης ακολουθεί την ανοιξιάτικη  νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής με το αγιοκέρι αναμμένο με πίστη και κατάνυξη.
Η περιφορά είναι μια ωραία  χριστιανική παράδοση, που δίνει λαμπρότητα, χρώμα, θέαμα, χριστιανική ατμόσφαιρα και πίστη.

Ο Επιτάφιος περνά μπροστά από το σπίτι του Παρασκευά, μακρινού συγγενή του κυρ Γιώργη. Τα παράθυρα κάποια γειτόνισσα τ’ άνοιξε, να περάσει η Χάρη του Επιταφίου μέσα και να τον γιατρέψει.
__Εδώ πάτερ, του φωνάζει ο κυρ Γιώργης. Εδώ να ψάλεις και να δεηθείς υπέρ υγείας. Και ο παπάς που ξέρει ότι είναι βαριά άρρωστος ο γέρο Παρασκευάς,  δέεται υπέρ αυτού.
Στα παράθυρα των σπιτιών, στα μπαλκόνια, στις αυλές η φωταψία είναι άπλετη. Οι άνθρωποι ανάβουν σειρές τα κεριά και όσο πλησιάζει ο Επιτάφιος σταυροκοπιούνται , καίνε  στα λιβανιστήρια  το λιβάνι  και ο τόπος μοσκοβολάει.
Όλοι κάνουν το σταυρό τους και ζητούν την προστασία του Κυρίου από αρρώστιες  και κακοτυχίες.
Η λιτανεία περνάει με το πλήθος των πιστών, τρείς φορές  μέσα από την πλατεία, τα καταστήματα, τα  σταυροδρόμια, σπίτια , στενοσόκακα, και πλησιάζει στην είσοδο της  εκκλησίας. Ο μπάρμπα Δήμος, όρθιος στον καταφώτιστο ναό, μαζί με άλλους γέρους, που δεν ακολούθησαν περιμένουν την επάνοδο του Επιταφίου.  Τώρα ακούγονται ψαλμωδίες, τα πατήματα των πιστών και το αίτημά τους προς τον Κύριο να τους ελεήσει. Φθάνει η πομπή στην είσοδο της εκκλησίας. Όσοι κρατούν τον Επιτάφιο, τον σηκώνουν ψηλά και όλος ο κόσμος περνάει από  κάτω και μπαίνει μέσα στην εκκλησία.  Η χάρη και η ευλογία του Εσταυρωμένου απλώνεται επάνω τους.
Τέλος το Ιερό Κουβούκλιο το αποθέτουν στο κέντρο του ναού
Και σαν τέλειωσε η ιερή τελετή  του Επιτάφιου,  όλοι παίρνουν λίγα λουλούδια από τον Ιερό Τάφο , που θεωρούνται ευλογημένα. Τα παίρνουν στο σπίτι και τα φιλάνε στο εικόνισμα…. 

Η ημέρα που ξημερώνει είναι το Μεγάλο Σάββατο, με τους Αρχιερείς να σφραγίζουν το  μνήμα του Χριστού. Και φθάνουμε στην Κυριακή του Πάσχα, στην μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. «Εορτή, εορτών και πανήγυρις, πανηγύρεων».
Στο χωριό ήταν νύχτα. Πριν ακόμη ξημερώσει η  Κυριακή   του Πάσχα  ξεκινούσε η Αναστάσιμη λειτουργία. Πλήθος πιστών κατακλύζουν πάλι την  εκκλησία μας. Τώρα πρόσωπα χαρωπά, λαμπριάτικα ντυμένα, γελαστά. Ο παπάς  λαμπροφορεμένος στέκεται μπροστά στην ωραία πύλη με την λαμπάδα αναμμένη από το φως της ακοίμητης κανδήλας και  προσκαλεί τους πιστούς ,  να ανάψουν τις λαμπάδες τους,  ψέλνοντας . «Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών».
Τότε τρέχουν κοντά του, νέοι, νέες, νιόπαντροι, αυτοί πρώτοι, να πάρουν το άγιο Φως. Και άλλοι και άλλοι, απλώνουν τις λαμπάδες και παίρνουν το ιερό Φώς. Σε λίγο από χέρι, σε χέρι το Φως το παίρνουν όλοι και  η εκκλησία φεγγοβολά.  Με την ιερή δύναμή του,  σκορπίζει χάρη και ευτυχία στην ψυχή του καθενός.
Γλυκοχαράζει. Τα άστρα τρεμοσβήνουν και χάνονται,  σε λίγο θα φύγει το σκοτάδι,  η αυγή θα ροδίσει, και ακούγεται ο αναστάσιμος ύμνος, όλο πιο μελωδικός, όλο πιο γλυκός, όλο πιο κατανοητός.
«Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, και τοις εν τοις μνήμασι  ζωήν χαρισάμενος».  Και οι χοροί των ψαλτών και οι πιστοί επαναλαμβάνουν χαρούμενοι την ψαλμωδία. Οι καμπάνες μετά από το θλιβερό χτύπημα των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας, ακούγονται τώρα χαρμόσυνα, χαρούμενα διαλαλώντας την Ανάσταση του Κυρίου.

Σε λίγο η εκκλησία τελειώνει, και  χείλη με χείλη, εχθροί και φίλοι,  όπως λέει ο Εθνικός μας ποιητής, φιλιούνται.  Και φιλιά  σταυρωτά στα μάγουλα πάνε και έρχονται  και οι ευχές  «Χριστός Ανέστη  - Αληθώς Ανέστη» ακούγονται παντού, καθώς οι πιστοί γυρίζουν στα σπίτια τους.
Η μάνα κρατά στα χέρια της το θείο Φως. Πού και πού βάζει το χέρι της να το προφυλάξει από το πρωινό αεράκι και φθάνει στο σπίτι. Στέκεται στην πόρτα και με την φλόγα του κεριού, κάνει σταυρό στο πάνω κούφωμα. Ύστερα μπαίνει μέσα, ανάβει το καντήλι και σβένει το κερί.  Το ακουμπάει στο εικονοστάσι, όπου εκεί θα το φυλάξει για όλο το χρόνο. Αυτό κάνουν οι χωριανοί για να έχει το σπιτικό  την ευλογία και τη χάρη από τη δύναμη του φωτός.
Ο κυρ Γιώργης έψαλε κατά την περιφορά του Επιταφίου λέγοντας, « το Κύριε Ελέησον», και στα εγκώμια και πολλές φορές ακούστηκε η παραφωνία του,  που έψελνε το «Χριστός Ανέστη.» Ήταν όμως κατενθουσιασμένος.  Την Κυριακή στο τραπέζι με τους συγγενείς και φίλους, τραγούδησε και χόρεψε τσάμικο και καλαματιανό.
__Χριστός Ανέστη, κυρ Γιώργη,  του έλεγαν, και του χρόνου κοντά μας. 

__Αληθώς ο κύριος ,έλεγε και του χρόνου όλοι μαζί.

B GIRAKAS




                         

9 σχόλια:

  1. Η λιτανεία των αθανάτων!!!!!!!, των δικών μας ανθρώπων.....

    Βαγγέλη, νάσαι καλά για τα τόσα και τόσα ταξίδια......

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το κείμενο για τους μεγαλύτερους που έζησαν εκείνα τα χρόνια στο χωριό
    είναι μια απόλαυση!
    Κοινότυπο πλέον να επαινέσω το Βαγγέλη. Ο ίδιος έχει αναλάβει να κρατάει
    ζωντανές τις μνήμες του Χωριού μας. Του έγινε λοιπόν σαν υποχρεωτικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκείνος ο γυναικονίτης είναι στο μυαλό μου από τις σκανταλιές που κάναμε στις ολονυχτίες.
    Πιτσιρίκια, μπαίναμε ανάμεσα στις γυναίκαις που στέκονταν κοντά κοντά και τους ενώναμε τα πλατειά φουστάνια ,χωρίς να το πάρουν είδηση! Με το σχόλασμα της εκκλησίας είχε πλάκα που φώναζαν για " τα... αχρόνιαγα που......." Κι εμείς το διασκεδάζαμε με καμάρι....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ξαναδιαβάζοντας την πασχαλινή περιγραφή του Βαγγέλη, στάθηκα αυτή τη φορά στα πρόσωπα
    που μνημονεύει, Έφερα την εικόνα κάθε ενός και κάθε μιας και για αρκετό χρόνο προσπαθούσα
    να βρώ χαρακτηριστικά, σωματικά και πνευματικά. Τελικά έκανα μια σύνθεση των πατριωτών θετική, ως επί το πλείστον, Μετά τους χώρισα. Τρεις τέσερεις σε μεγάλη ηλικία και οι υπόλοιποι ..απόντες ! Αυτά έχει η ζωή.
    Αλλά, λέω πόση σημασία μπορεί να έχει για μερικούς και η απλή καταγραφή ονομάτων. Γιατί, εκτός από το μνημόσυνο, βλέπεις το παρελθόν και κατανοείς τη ματαιότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πολύ εντυπωσιακές οι εικόνες καθώς ξεκινούσαν από τα τέσσερα σημεία του χωριού οι προσκυνητές για την εκκλησία. κρα, κρακ,, κρακ ..ολόκληρη φάλαγγα οι Γιανναίοι βάδιζαν μες στο σκοτάδι σιωπηλά . Το ίδιο και από άλλες γειτονιές του χωριού. Εθεωρείτο τιμητικό και κάπως εγωκεντρικό να ξεκινά όλη η γειτονιά μαζί για την εκκλησία. Πάντως αυτό ίσχυε για τις οικογένειες. Μικρά και μεγάλα έθιμα που δείχνουν μια άγραφη οργανωτική τάξη των πατεράδων μας, όχι πολύ μακρινή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Θέλω να συμπληρώσω το Βαγγέλη στην ονοματολογία, που άρεσε και σε μένα.
    Θέλω απλώς να σημειώσω και τα ονόματα των πρωτοστατών στις ιερές ακολουθίες.
    Μνημονεύω τον ΠΑΠΑΚΩΤΣΙΟ, τον ΠΑΠΑΠΑΝΟ καί τον ΠΑΠΑΝΤΩΝΗ, τους αείμνηστους.
    Υπήρξαν βέβαια και οι άλλοι (ΠΟΠΑΝΤΩΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ....) που όμως δεν τους θυμάμαι "εν δράσει"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Θα περίμενα το "ρεπορτάζ" του Βαγγέλη για τους φετινούς εορτασμούς του Πάσχα στο χωριό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Κατά την περιφορά του Επιταφίου γύρο από την εκκλησία το συνεχές "Κύριε ελέησον....."
    ανήκε στην πιτσιρικαρία του χωριού. Πολλά μικρά παιδιά, σε όμάδα, προπορεύονταν και φώναζαν ασύνταχτα και το καθένα στον τόνο του, συνεχώς το Κύριε ελέησον.
    Το σημαντικό ήταν ότι η όποια χασμωδία προερχόταν από το πάθος των παιδιων για συμμετοχή στα δρώμενα. Ήμουν κι εγώ εκεί!.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Εύχομαι ολόψυχα και φέτος οι πατριώτες μου και το Χωριό μου να ζήσουν με την ίδια κατάνυξη τα Πάθη και την Ανάσταση και να τιμήσουν τα έθιμα που εναπέμειναν με αγάπη και χαρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή