Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Αρκαδικό ηθογράφημα ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΟ ΠΡΩΙΝΟ



ΤΗΣ ΠΑΝΟΥΛΑΣ ΒΡΑΧΝΟΥ – ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.


Κοντεύει να ξημερώσει κι η κυρά – Πάναινα κοιτάζει από το παράθυρο του σπιτιού της και σηκώνεται από το κρεββάτι της:..........................

__Να, ο Αυγερινός! Ν’ ανάψω το καντήλι!  Αχ, Παναϊτσα μου, άγιε μου Γιώργη, κάνε καλά το παιδί μου! Λαμπάδα ίσια με το μπόϊ μου σώταξα..
Στο βάθος του δρόμου ακούγεται το τραγούδι:
__Απόψε τα μεσάνυχτα, που βασιλέψαν τ’ άστρα,
     μου κλέψαν το…  ( να ζης – να ζώ,
      να μεγαλώσεις καρτερώ!)
      μου κλέψαν το βασιλικό με τη γυαλένια γλάστρα…
«Τι τραγουδιστάδες να είναι εφτούνοι; (συλλογίστηκε η κυρά-Πάναινα). Μπας και το λένε για τη Μαριγούλα μου;  Μπα… Η τσούπα μου υφαίνει από τη νύχτα… Για κάποια άλλη το λένε…».
Και το τραγούδι συνεχίζεται:
 _Σώπα, κόρη, και μην κλαις για το βασιλικό σου,
     αυτός που σου…( να ζεις – να ζω,
     να μεγαλώσεις καρτερώ!),
     αυτός που σαν τον έκλεψε είν’ αγαπητικός  σου!...
« Παράξενο! Εφώτισε για καλά! (σκέφτηκε η κυρά – Πάναινα) Να, η γειτόνισσα η Κωστίνα την έφερε τη ζαλιά της…».  (Και της φώναξε από το παράθυρο:)
__Μωρ’ Κωστίνα μην είδες τους δικούς μου; Μωρ’ ποιοί ήσαντε οι τραγουδιστάδες;  Μωρ’ τι να σου ειπώ… Πέταξε η καρδιά μου… θυμήθηκα τα νιάτα μου….
__Οι Κυνηγοί! (απάντησ’ η Κωστίνα), είχανε πάει για «φύλαμα» πίσω στον άγιο – Μιλιανό! Εγώ ανηφόριζα με τη ζαλιά, με την ψυχή στο στόμα, η κακομοίρα….Κι ευφράνθηκ’ η καρδούλα μου… Τι καλά που τα λέγανε… Αχ, αχ, εκοψομεσιάστηκα!... Οι δικοί σου πίσω έρχονται…. Εσείς τι γινόσαστε; Τι φκιάχνετε;
__Ο Κωστής μας, αν θέλει η Παναγία, καλύτερα είναι! Ελεεινό γένηκε από τις θέρμες και τον πυρετό… Η τσούπα μου στο λάκκο… Σήμερα λέμε να  ξυφάνουμε… Τέλειωσε η σαλαπλάδα… Δυο μήνες παιδεύεται το κορίτσι…
__Με γειά του: Καλορίζικη! Και στις χαρές της!...
__Φχαριστούμε, μωρ’ Κωστίνα…  Να χαίρεσαι…
Το τραγούδι ακούγεται: και πάλι από μια στροφή του δρόμου: 
Μωρή κακιά γειτόνισσα, το τι έχεις και μαλώνεις:
      ( Γειτόνισσα – γειτόνισσα,
      Κακούργα, δολοφόνισσα!)
__Μάζω τα περιστέρια σου, τι έρχονται στην αυλή μας,
     μου τρώνε το σιτάρι μου, μου πίνουν το νερό μου,
     μου παίρνουν και στα νύχια τους το χώμα της αυλής μου!
     (Γειτόνισσα – να σε χαρώ!
     να μεγαλώσεις καρτερώ!)…
Ο Γιώργης, ο μικρός γιός της κυρά – Πάναινας μπαίνει σφυρίζοντας στην αυλή του σπιτιού του. Και φωνάζει:
__Μάνα!... τσιάνα μ’! Μάνα, κατέβα να ξεφορτώσουμε!... Θα ξεσαμαρωθεί το ζώ...                 Κόπηκε η καπιστράνα… Κουβάλαγα δεμάτια ούλη νύχτα… Μάνα, πεινάω…
__ Πω, πω, λαχτάρα μου!... Ήρθε το παιδί… Έρχουμαι, Γιώργη μου!  Μη σκούζεις και ξυπνήσει ο Κωστής μας… Ο πατέρας σου τι γένηκε;
Κι ο Κωστής που τ’ άκουσε;
__ Μάνα, ξύπνιος είμαι… Κατεβαίνω εγώ!...
__Άει παιδάτσι μου… Ξεφορτώστε το ζω… Τήραξε μην ιδρώσεις… Θα κοιτάξω το ψωμί… Θα μου ξυνίσει… Και θ’ ανάψω το φούρνο…
__Όλη νύχτα ζύμωνες, έρμη μάνα; Ρώτησε ο Κωστής.
__Να το ρίξω, τώρα, και να πάω στο περιβόλι… Είν’ η μέρα μας να ποτίσουμε… Εμίλησε μπονώρα ο νερολόγος…  Οι κολοκυθιές οι ντοματούλες, είναι γιομάτες… Θα μαζέψω και φασολάκια, μαγείρεμα για το μεσημέρι… Το γάλα τόχω βρασμένο… Και τα’ αυγό, Κωστή μου, για σένα…
__Παιδεύεσαι, μάνα! (μουρμούρισ’ ο Κωστής).
__Αντζινιάστηκε, που λες, κι άλλη πουλακίδα… Κορκολογιέται!... Θυμήσου να βάλεις το θερμόμετρο, να  ιδούμε τι ζέστη έχεις τώρα την αυγή… Εψές π’ ερχόμουνα με το βαρέλι από τον Καρυάσκη, απάντησα το γιατρό, τον Κοκκίνη. Πήγαινε περίπατο στη Ράχη… Μου είπε ότι πάμε καλά! Κι οι θέρμες θα κοπούνε με το κινίνο, τις αντερβίνες…
__Ναι, μητέρα, τις ατερμπίνες… Δεν έχω πιά δέκατα… Και καθώς πάμε, τον Οκτώβριο θα πάω στο Πανεπιστήμιο…
__Δόξα σοι ο Θεός παιδάκι μου…
__Μάνα! (φωνάζει ο Γιώργης που μπαίνει στο χειμωνιάτικο). Να πάρω μια φετούλα ψωμί, καθάριο, σαν εκείνο πούχουμε για τον Κωστή μας;
__Πάρε, καμάρι μου! Και, τώρα, που θ’ ανάψω το φούρνο, θα σας ψήσω κουλούρες… Βγάλε, μόνο πουρνάρια από το κατώϊ…
__Ρε, μάνα, πάλι σμιγάδι ζύμωσες για μας; (διαμαρτύρεται ο Γιώργης) Άμα αρρωστήσω και γω, θα τρω καθάριο ψωμί κι αυγό κάθε ημέρα…
__Τώρα που μπαίνει το Δεκαπενταύγουστο, θα ζυμώσω και προσφορές από το νέο σιτάρι και μια φουρνιά καθάριο…
Ο Κωστής ανέβηκε κι εκείνος απάνω στο σπίτι… Και πήρε και διαβάζει και συλλογιέται μουρμουριστά:
__Μάνα, βασανισμένη! Ως πότε;
     Και δυνατά, στον αδερφό του το Γιώργη:
__Εσύ, Γιώργη μας, δε θ’ αρρωστήσεις! Θα τρώς πάντα καθάριο ψωμί!...  Και γρήγορα η ζωή θα γίνει καλύτερη… Και συ θα σπουδάσεις… Θα γίνεις… Τι θες να γίνεις;
__Δάσκαλος θα γίνω! (απάντησε με πεποίθηση ο Γιώργης).
__Ότι θελήσεις εσύ! Και γιατρός ακόμα, ή και δικηγόρος…
__Και θα τρώμε καλά φαγιά! (ξαναείπε ο Γιώργης).
__Και ρούχα καλά θάχουμε… Και βρύση στο σπίτι!...  Και ηλεκτρικό…
Κι η μάνα δε θα κουβαλάει το βαρέλι!... ( και πολύ χαμηλότερα): Αν ζει, βέβαια…
Εκείνη την ώρα, η κυρά – Πάναινα ανέβηκε και πήρε το μύλο του καφέ.
Και κατεβαίνει ξανά, στέλνοντας το Γιώργη να φέρει ζάχαρη από το εμπορικό… Αλλ’ είχε ακούσει τις κουβέντες των δυό παιδιών και στέκεται συλλογισμένη κι άπραγη..
Σε λίγη ώρα έρχεται ο Γιώργης και της λέει ξαναμμένος:
__Στη Αγορά είδα δυο γυναίκες, κυρίες όμως, με γυαλιά και με καλά
Φορέματα… Εκαθόσαντε στο Καφενείο του Νικολού… Κι ακούστε! Είχαν αναμένα τσιγάρα και φουμέρνανε σαν τους άντρες! Τακούτε; Παφ, πουφ…
__Τι λες, παιδάτσι μου; ( έκανε η κυρά – Πάναινα).
__Χριστός και Παναγιά! (εφώναξε από δίπλα η Κωστίνα η γειτόνισσα που άκουσε το Γιώργη).
__Ναι σας λέω! Ήρθανε, λέει, να παραθερίσουνε…
__Τι να θερίσουνε; (ρώτησε απορώντας η κυρά – Πάναινα).
__Μα ξέρουνε εφτούνες από θέρο;   ( ακούστηκε η Κωστίνα να ρωτάει από τη διπλανή αυλή)
__Καλέ, μάνα! (σηκώθηκε ο Κωστής κι ετοιμαζόταν). Θα ήρθανε να περάσουν το καλοκαίρι τους στο χωριό! Πρέπει να πάω να τις ρωτήσω, αν θέλουνε τίποτε και να τις περιποιηθούν οι χωριανοί!...

Για την Αντ/φή  Βαγγέλης Κ Χριστόπουλος

                                    B GIRAKAS


4 σχόλια:

  1. Τρυφερό ηθογράφημα με τη βαλτεσινιώτική χροιά
    και εντελώς μεσα σε Γλανιτσιώτικη αναλογία.
    Τί θα μπορούσε να είναι ξένο προς το χωριό μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρέπει να υπάρχει εξήγηση γιατί τα δυο χωριά Βαλτεσινίκο και Κερπινή
    χρεισιμοποιούν στην ομιλία τους το τσε αντί του και. Μήπως υπάρχει
    κάποια τέτοια εξήγηση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κι εγώ γνωρίζω ότι το κ το προφέρουν τσ. Είδα ως τόσο στο κείμενο
    πως δεν γράφεται ούτε μια φορά το τσε. Το πρόσεξες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή