Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑΣ


ΣΠΙΤΙ Κ.ΜΑΡΙΝΗ
 1. Νεραϊδοχορός


Κώστα Π. Μαρίνη – Πλ. Πραγιάνης
Πολλές βολές κατεβαίνω στο ποτάμι και συριανάω ανάμεσα στα δροσολουσμένα τριφύλλια του κάμπου.

Καθώς θυμάμαι τα παιδιάτικά μου ξαναπαίζω σα μικρό παιδάκι με τα πολύχρωμα χαλίκια. Ένα μεσημέρι είδα κάμποσες γυναίκες να βγαίνουν ολόγδυτες από το ποτάμι. Δέσαν τα ξέπλεκα μαλλιά τους μ’ ένα λουλακωμένο τσεμπέρι και πιάσαν ένα ξωτικό χορό στη χλόη απάνω...

Τις κοίταζα με μάτια γκουρλωμένα! Ποτέ μου δεν είχα ειδεί τέτοιο χορό. Και τι γλυκά που τραγουδούσαν!..


Σε λίγο αρχίσαν το κυνηγητό ανάμεσα στις κοντότουφες. Κάποια ξεστράτησε στην ακροποταμιά κ ι έμπηξε μια φωνή ως με είδε!.. Στη στιγμής χαθήκανε απ’ τα μάτια μου. Γινήκαν άφαντες σαν αερικά!...

Κι όμως δε νειριαζόμουνα: μια από δάφτες έμοιαζε με τη Δροσούλα της Θανάσαινας. Ήτανε κείνη που με είδε, ως φαίνεται, και σύντας με γλέπει από τότε και στερνά με χαιρετάει γελαστά: γειά σου χαρά σου νεράϊδε!...



2. Ο φτονερός μόρος

Πιάνω κουβέντα με τα μυρωμένα λελούδια, κάθομαι και τα ρωτάω για χίλια πράματα… Και μου λένε δίχως ναν τα πειράζει η περιέργειά μου.

Μια μέρα μου είπανε για σένα, που πήγες και ξαπλώθηκες στη χλόη τη δροσόθρεφτη και μια στιγμή σε πήρ’ ο ύπνος. Τα λουλούδια χύνανε τις εβωδίες τους για το χατήρι σου και τα πουλιά από τα κλώνια της ανθισμένης τρικοκιάς σε νανουρίζανε με τα κηλάηδια τους.

Και μια παπαρούνα κόκκινη σάγγιξε τα χείλια σου και βάψανε σαν αίμα. Ξετάζω μη σε ρώτησαν αν μαγαπάς και πρώτη βολά ξαφνιάζουντ’ από την αδιακρισίας μου…

Μα ένας μικρός κότσυφας, καθώς ακούει για την αγάπη, μου μολογάει για μια νεράϊδα που ξαπλώθηκε στον ίδιο τόπο, που κοιμήθηκες και συ, και περίμενε να ροβολήσει ο αγαπημένος της να ποτίσει τα πρόβατά του. Κι έπειτα αποκοιμήθηκε με το γλυκό νηχό της φλογέρας του, που ακουγόταν από τη βουνοπλαγιά.

Είχε ένα φτυχισμένο γέλιο στο πρόσωπό της και περνώντας από κει ο Μόρος ζηλοφτόνησε διάβηκε κοντά της κι ο ήσκιος έγινε βαρύς και τον αέρα τόνε μόλυνε η πνοή του.

Η νεράϊδα αναδέφτη βαρετά στον ύπνο της κι’ άπλωσε τα χέρια της, θαρώντας ν’ αγκαλιάσει τον αγαπημένο της βοσκό. Κι’ έτσι απόμεινε: αγκάλιασε το θάνατο…

Μα έμεινε το γέλιο στο πρόσωπό της κι ο Μόρος χούγιαξε από το κακό του. Κοντάρεψε και το βοσκό, πετρώσαν ως εβόσκαν τα πρόβατα. Από τότε ο ύπνος στην ακροποταμιά είναι βαρύς το νταλα γιόμα παραστέκει πάντα ο Μόρος και γιομίζει η πνοή του τον αέρα…

Και η νεράϊδα, στοιχειωμένη, κράζει κάθε μεσημέρι τον αγαπημένο της βοσκό και κείνος την αποκοιμάει με της φλογέρας το γλυκό νηχό…



3. Κάβουρας και φίδι

Στερνά μου λέει ο μελιός πως ένα φίδι έφαγε μια μέρα ένα πουλάκι. Το γήτεψε, λέει, με τα μάτια του τ’ αστραφτερά και το πουλάκι μάρμαξε και κοκάλιασε στον τόπο του. Και κοντοζύγωνε το φίδι, μα το πουλάκι δεν κουνιότανε. Σούρθηκε σιγά σιγά το φίδι_ σάπμπως να ήτανε ψόφιο δε σάλεβε καθόλου το πουλί_ τόπιασε και χράπ! Το κατάπιε…

Και μετά, το φίδι πήγε και ξαπλώθη άρτου πλάτου στην πλάκα, για να χωνέψει το πουλί.

Μα ένας αετός κατέβη από ψηλά κι άρπαξε στα νύχια του το φίδι και το πήγε στη φωλιά του ναν το φάνε τα παιδιά του….

__Και δεν το τρώει μονάχα ο αητός το φίδι, μου είπε ο τζοχός το τρώει κι ο κάβουρας. Μια μέρα ένας έπιασε ένα θεριακωμένο, που πήγε να πιεί νερό. Μόλις τέντωσε το κεφάλι του, πρίν προφτάσει να δροσιστεί, το τσίτωσε ο κάβουρας με τις ζιαγκούνες του στο λαιμό. Κουλουριαζότανε το φίδι, χτύπαγε τη γης, συμμαζωνότανε κι έπαιρνε φόρα, μα ο κάβουρας βαστιότανε καλά, ήτανε γραπωμένος με τα πόδια του στέρεα κι όλο έσφιγγε τις ζιαγκούνες ως που το πίνιξε το φίδι!

Τεντώθηκε ψόφιο και γιαλίζανε στον ήλιο τα μπιρμπιλάδια του σαν πετράδια πολύχρωμα.

Κι αρχίνησ’ ο κάβουρας κι έτρωγε από δάφτο. Σε τρείς ημέρες το είχε μπιτισμένο. Κάτι περαστικοί πού είδαν τον κάβουρα κι έτρωγε μαρμάξανε πως δεν ψοφάει ο κάβουρας απ το φαρμάκι του φιδιού. Και το διαδώσανε στην χώρα και σταματήσανε καμπόσονε καιρό, δεν τρώγανε καβούρους οι ανθρώποι. Οι κουτοί! Δεν το ξέρανε πως τσίμπαγε από μένα ο κάβουρας και διαλυόταν το φαρμάκι του φιδιού!...



4. Η Πετροπέρδικα.

Με τα χαράματα βρίσκουμαι στο βουνό. Η ρίγανη αναδίδει δυνατή μυρουδιά κι εβωδιάζει όλη η πλαγιά. Αναπνέω βαθιά και με φχαρίστηση γιομίζουν τα πλεμόνια μου αμόλυντον αέρα. Η λαγωνίκα ηστάνεται κι αυτή φχαρίστηση και γκλαφουνάει τρελά, στην τύχη.

Οι πέρδικες που κελαηδούνε ξένοιαστες σαν ακούνε το γκλαφούνισμα της Έφης φτερουγάνε στην άλλην ραχούλα της βουνοπλαγιάς. Ένα σωρό κοτσύφια πετάγουνται μπροστά μου, ρήνω κατά δάφτα, μα δεν πετυχαίνω κανένα. Ρεθίζουμαι από την αστοχιά και ρήνω ακόμα κάμποσες ρηξιές στα κουτουρού.

Παίρνει για καλά η μέρα κι ο ήλιος τσούζει. Φορτώνομαι μοσκοβολημένο νυχάκι, αντίς κυνήγι, και ροβολάω στο κεφαλόβρυσο της ακροποταμιάς. Κολατσίζω με ψωμοτύρι, πίνω κρύο νερό με τις χούφτες μου, βάνω το νυχάκι προσκέφαλο και το παίρνω δίπλα….

Κοιμάμαι, μα τόσο αλαφρά, που νιώθω τι γίνεται γύρο μου. Φυσάει δροσερό αεράκι και τα φύλλα που αναδέβουντ’ ανάλαφρα από πάνου μου λένε μια πολύ παλιά ιστορία, που την ξανάκουσα μικρό παιδάκι απ’ την κυρούλα μου. Μα πόσο περίμορφα το τραγουδάν τα φύλλα…

__ «Ήταν ντάλα γιόμα που κατηφόρισε διψασμένος ο κυνηγός και δροσολοϊστηκε στο κρυονέρι. Στερνά αποτραβήχτηκε απόμερα, έβαλε προσκέφαλο το άδειο σακκίδιο του κι αποκοιμήθη. Το ψιθύρισμα των φύλλων τον νανούριζε και τον δροσολογούσε τ’ αεράκι. Και είδε στόνειρό του πως έπιασε στα δίχτια του την πέρδικα την μλουμιστή.

Και σκέφτεται για ναν τη βάλει στο κλουβί, να κελαϊδεί την κονταβγή, για να ξυπνάει τη λιγερή από τον ύπνο το βαθή…

Κι όπως γελούσε στον ύπνο του τον είδε του νερού η νεράϊδα και τον ορέχτηκε. Πήγε κοντά του κι έπεσε στην αγκαλιά του…

Το αεράκι φυσάει δροσερά και τα φύλλα κάνουν ένα ψίθυρο ασταμάτητο πανακατώνεται με ταπανωτά λαχταριστά φιλιά της νεράϊδας….

Στερνά άρχισε να λέει παραμύθια και αποκοίμισε πάλε τον καλό της………..

Όταν ξύπνησε ο κυνηγός ήτανε βράδυ. Λυπήθηκε που δεν ήβρε την πέρδικα την πλουμιστή κι άρχισε ναν της μιλάει:

__Πέρδικα, περδικούλα πλουμιστή! Κι αντιβουίζουν οι ρεματιές απ το παράπονο κι από το θρηνοκάλεσμά του «πέρδικα, περδικούλα πλουμιστή!» Και κλαίει ο κυνηγός και χυδέβεται, μα η περδικούλα δεν ξαναφάνηκε μπροστά του.

Σαν πήγε στο σπίτι του χλιμένος και βαρύκαρδος, τον ρώτησε η Κυρά του:

__Τι έχεις, Καλέ μου, κι είσαι βαρίγνωμος και χολιασμένος; Γέλα να φύγει το σκούντουφλο απ’ το πρόσωπό σου….

Αυτός όμως, χωρίς ούτε μιλιά να βγάλει, διάη και κοιμήθη μαραζωμένος…»

__Πέρδικα, πετροπέρδικα! Φωνάζω δυνατά στο κοιμηθιό μου, συνεπαρμένος από την παλιά ιστορία, και μια γλυκειά φωνούλα με ξυπνάει:

__Να με, καλέ μου καρδιοκυνηγέ!...

Σιμάβ, Δεκέμβρης 1921 ΚΩΣΤΑΣ Π ΜΑΡΙΝΗς-ΠΛ ΠΡΑΓΙΑΝΗΣ

Για την αντ/φή Βαγγέλης Κ Χριστόπουλος

B GIRAKAS

4 σχόλια:

  1. Οι νεράϊδες κατείχαν μεγάλη θέση στα όνειρα και στα ξύπνια των παιδιών.
    Εγώ, στις διηγήσεις των μεγάλων για τα τερτίπια των Νεράϊδων, αισθανόμουν
    ζήλεια για την ομορφιά τους και φόβο για τις παραξενιές τους. Δεν έτυχε ποτέ να ιδώ νεράϊδα,
    αλλά φοβόμουν πολύ οσάκις περνούσα από νεραϊδότοπους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο συγγραφέας με τη λέξη Μόρος εννοεί προφανώς τη Μόρα, όπως την λέγαμε παλιά.
    Τότε συχνά μιλούσαν οι μεγαλύτεροι για τη μόρα που "πλάκωνε" πολλούς και περιγράφανε
    κιόλας την είκόνα. Η περιγραφή ήταν τρομαχτική και φόβιζε μικρούς και μεγάλους.
    Το φαινόμενο είναι υπαρκτό αλλά δυσεξήγητο. Πρωσοπικά νομίζω ότι έχω κάποτε νιώσει κάτι
    σαν τη μόρα. Επειδή όμως δεν το θυμάμαι καθαρά, ενώ θα έπρεπε, φοβάμαι μήπως είνα αφθυποβολή από τις περιγραφές που άκουγα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Οι Νεράϊδες ήσαν όμορφες σαν Άγγελοι και δεν έβγαιναν την ημέρα παρά τα μεσημέρια του καλοκαιριού που ησύχαζε ο κόσμος κάτω στα βαθύσκιωτα δέντρα και τις πηγές. Έβγαιναν και τα μεσάνυχτα με το φεγγάρι και την αστροφεγγιά. Άπλωναν τα πέπλα τους να στεγνώσουν στα καλάμιακαι άρχιζαν να χορεύουν και να τραγουδούν ολόγυμνες. Αυτός ήταν ο θρύλος που ο συγγραφέας ήξερε καλά αφού έφτασε και στις μέρες των παιδικών μας χρόνων και έχουμε τις ίδιες εικόνες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καθάρια γλανιτσιώτικη λαλιά.

    Εικόνες ολοζώντανες, σκηνές γιομάτες!!!!!!

    Τις σκιαζόμουνα και γω τις νεράιδες, γιατί η τρανή μου με είχε φοβίσει με δαύτες για να πλαγιάζω το ντάλα γιόμα και να μη γυρνάω καταπού μούλεγε ό,τι τάχα μου βγαίνουν τότε.....

    Πόσα ωραία παραμύθια και μύθους μας μολογάγανε στο παραγώνι με το αχνό φως της τσιμπλόλαμπας ή της θράκας.....Και μεις με το μυαλό μας φτιάχναμε τις σκιες της νύχτας ότι ήρωα θέλαμε, θες νεραίδα, θες τούρκο, θες φονιά και κουρνιάζαμε στον κόρφο της γιαγιάς και σα σφουγγάρι ακούγαμε τις διηγήσεις (που πολλές φορές ήταν με σκληρές εικόνες ).

    'Κεινα τα παραμύια τι απογίνανε???? Δε γράφτηκαν, δε μαγνητοφωνήθηκαν, δε βιντεοσκοπήθηκαν και δυστυχώς δε σώθηκαν. Απεναντίας εισέβαλαν στη μυθική μας κουλτούρα κάτι ξενέρωτοι ήρωες του δυτικού κόσμου και τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας όταν μιλάνε γι' αυτούς εγώ αισθάνομαι ξένος, απόμακρος.

    Δε φταίνε τα παιδιά μας, αλλά ΕΜΕΙΣ που μέσα στον σημερινό κόσμο μας δε βρίσκαμε ώρα να αγγαλιάσουμε τα αγγελούδια μας στον κόρφο μας και να τους διηγηθούμε τις ιστορίες με τις νεράιδες των παιδικών μας ακουσμάτων..........ΔΕ ΦΤΑΙΝΕ ΑΥΤΑ......


    χψ

    ΑπάντησηΔιαγραφή