Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΗΝ ΠΕΡΑΜΕΡΙΑ

Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου                                   
__Ποια ,τι λες Ελένη ;  Θα την βγάλουμε την υποχρέωση;  
  Μ’ αυτές τις κουβέντες  του άντρα της, ήρθαν στο μυαλό της  Ελένης τα ξερά «όχι» και  η  άρνηση πολλών συγχωριανών, να της δανείσουν μια χούφτα μπομποτάλευρο, να φτιάξει στα παιδιά της χυλό.  Ήσαν, βλέπετε, τα σκληρά χρόνια της Κατοχής, της πείνας και του τρόμου. Μια μόνο .....
χριστιανή την   βόηθηκε  τότε στην κρίσιμη στιγμή, με κάμποσο αλεύρι!
 Τώρα ήθελε να την ευχαριστήσει για την ευεργεσία της εκείνη .
__Θά ‘ρθω Γιάννη, του είπε. Μπορώ να σκαλίσω σιγά ,σιγά. Έχω ένα μήνα καιρό και πλέον, δεν έχω πρόβλημα.
Έκανε καλές ημέρες. Φθινόπωρο,!  Εποχή που το κάθε τι  αλλάζει χρώμα. Ο τόπος, τα δέντρα,  το ποτάμι μας, ο Λάδωνας,  με τον κάμπο του , έπλαθαν νοσταλγικές εικόνες με μύρια χρώματα  πλουμισμένες.
Τ΄ αραιά εδώ εκεί χαμοκάλυβα της περαμεριάς, μοιάζουν με κοπάδι πρόβατα που βόσκουν ανάμεσα  στα ριζά του βουνού, τ’ Αφροδίσιο, και σε  μεγάλες λουρίδες του ασημόλευκου Λάδωνα.
Βράδιασε.  Ο Γιάννης ξαπλωμένος, μισοκοιμισμένος, συλλογιζόταν ένα σωρό πράματα. Ένας ξαφνικός  αέρας φύσαγε δυνατά, πέρναγε από τις χαραμάδες και άκουγες να βγαίνουν παράξενα σφυρίγματα, αλλά ήταν περαστικός και κείνος  ξαναλάγιασε.
Η Ελένη πάλι, τάισε τα παιδιά της, έδωσε οδηγίες στη μεγάλη της κόρη για την άλλη μέρα,  ετοίμασε τις υπόλοιπες δουλειές και ξάπλωσε δίπλα στον άντρα της, πάνω στο κρεβάτι. Τον σκούντηξε λίγο, άθελά της και κείνος άνοιξε τα μάτια του και της είπε:
__Τον ειδοποίησα τον Τρύφωνα. Αύριο θα μας περιμένει. Πρωί   πρωί  αφώτιγο  πρέπει να  φύγουμε  για το καλύβι του.
Έτσι κι έγινε, αφώτιγο  ξεκίνησαν!
Παλιόπυργος- Μπουλιμέτη  ήταν πάνω από μια ώρα δρόμο. Εδώ -εκεί τα οργωμένα χωράφια, είχαν πάρει το καφέ χρώμα.
Στο δρόμο συναντούσαν ζευγολάτες με  βόδια, μουλάρια, γαιδούρια, φορτωμένα μ’ αλέτρια, δισάκια με  σπόρο  μισομοιρασμένο στις δυο πάντες του σαμαριού, τράστα με τρόφιμα και άλλα χρειαζούμενα που πήγαιναν στα χωράφια. Στις λάκκες του Χόβη και του Μπαρούνη είχαν  κιόλας «ζέξει» τα ζα και είχαν κάνει  τις πρώτες αυλακιές .
Όλοι βιάζονταν, φώναζαν , και οι θόρυβοι ανακατεύονταν με τα πατήματα των ζώων,  που πορεύονταν νωχελικά στο δρόμο. Άλλοι σταμάταγαν σε χωράφια που ήταν δίπλα στο δρόμο, άλλοι έστριβαν και έπαιρναν μικρά μονοπάτια μέχρι που έφθαναν στα δικά τους χωράφια. Ξεφόρτωναν  σε ξέφωτα, πάνω σε πεζούλες και τρόχαλους   και ξεκίναγαν  τις ετοιμασίες για ν’ αρχίσουν κι αυτοί  τ’ όργωμα.
Ο Κατσιαλέπης ο Τρύφωνας,  έζεξε τα ζα, έσπειρε μια σποριά κι άφησε τον αδερφό του ,τον Κώστα να οργώνει, κι εκείνος γύρισε στο καλύβι.
Στην είσοδο του καλυβιού τον περίμενε , σοβαρός ,σκεπτικός και  ανήσυχος ο Γιάννης. Χαιρετήθηκαν και τον προσκάλεσε να μπει μέσα στο καλύβι να κάτσουν για λίγο στο συνηθισμένο μέρος , στο δεξί  παραγώνι,  κοντά στο τζάκι.  Μπήκαν μέσα από την χαμηλή πορτούλα και ανέβηκαν τέσσερα-πέντε ξύλινα σκαλοπάτια .  Τότε πάνω στα σκούρα ρούχα του κρεβατιού, είδε με έκπληξη, ξάπλα την γυναίκα του Γιάννη, την Ελένη!.
Το κεφάλι της  ήταν αντεσηκωμένο με ένα  προσκέφαλο και τα μάτια της κοίταγαν τ’ αραχνιασμένα και μαύρα ψαλίδια του κορφιά, χωρίς να νοιάζεται για τον θόρυβο που έκαναν τα πατήματα των δυο αντρών στη μισοκαρφωμένη σκάλα και τα μπόσικα σανίδια του πατώματος. Στο άλλο παραγώνι ,που ήταν το δεύτερο κρεβάτι, καθόταν η Κατσιαλέπαινα. Αγνάντευε και συμπαραστεκόταν  στην παλιά της φίλη, που κοιλοπόναγε.
Κάποτε στον κάμπο  της Ρουπακίνας, στο θέρο του καλαμποκιού ,  την είχε βοηθήσει να γεννήσει ,κοντά στο αυλακόνερο, στην μεγάλη ιτιά, πάνω σε κορφάδες αραποσιτιού και σε ένα ματαράτσι ,  τη μεγάλη της κόρη  .
Τώρα ήταν η σειρά της ν’ ανταποδώσει την υποχρέωση που είχε στην Ελένη.
Μα και τούτη δεν λογάριασε καλά το χρόνο που θα γένναγε!  Ήθελε τριάντα πέντε ημέρες ακόμη,  να έρθει η ώρα της, όπως έλεγε.  Το λάθος μέτρημα που έκανε ήταν η αιτία που ο Γιάννης την πήρε μαζί του.
Στο  έμπα  του καλυβιού της Κατσιαλέπαινας , μετά τις χαιρετούρες και αγκαλιές, που είχε μαζί της,  η Ελένη ζαλίστηκε και μόλις κατάφερε, ν’ ανέβει τα πέντε ξύλινα σκαλούγκια της σκάλας που οδηγούσαν στο τζάκι.
Δεν πρόλαβε ν’ ανέβει και ένοιωσε δυνατές σουβλιές στην κοιλιά της, που εξελίχθη σε δυνατό  πόνο και απλώθηκε σε όλο της το σώμα μέχρι χαμηλά τα γόνατα. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Διπλώθηκε  στα δυο από τον πόνο.
Δάγκωσε τα χείλη της για να μην ξεσπάσει σε φωνές, μέσα στο ξένο σπίτι από τους αβάσταχτους πόνους.
__Ξάπλω   Ελένη, της είπε η Κατσιαλέπαινα. Θα περάσει δεν είναι τίποτε, μη φοβάσαι.
Το μυαλό της  όμως πήγαινε στο κακό, μήπως από την κούραση του δρόμου, αποβάλει. Έτρεμε από φόβο όσο έβλεπε τη φίλη της την Ελένη να σφίγγει τα δόντια.
__Τα έχω χαμένα φιλενάδα ,της είπε η Ελένη ,μ’ αυτό που μου συμβαίνει. Όταν την άφηναν  για  λίγο οι πόνοι, σκεφτόταν τα τρία μικρά κορίτσια της που είχε αφήσει στον Παλιόπυργο και την αναστάτωση που έφερε στο καλύβι της φίλης της.  Τι φταίω; έλεγε μέσα της. Εγώ για καλό ήρθα. 
Όταν οι πόνοι  την έσφιγγαν πάλι τα ξέχναγε όλα. Βόγκαγε και ντρεπόταν γι αυτό  που της έτυχε στο  ξένο καλύβι!..  Έβαλε τα δυο της χέρια  πάνω στην κοιλιά της και ένοιωσε  να σκιρτάει μέσα της,  το τέταρτο παιδί!  Παρακαλάει την Παναγιά : «Βόηθησέ μα Παναγία μου, να γεννήσω γερό το παιδί μου, Λαμπάδα σαν το μπόϊ μου θα σου φέρω στην χάρη Σου».
Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν και κατάλαβαν!
__Ήρθε η ώρα της,  φαίνεται Τρύφωνα.
__Ο Θεός να την βοηθήσει, Γιάννη. Θέλει βοήθεια η γυναίκα. Ευκαιρία είναι , το καλύβι της μαμής  δεν είναι μακριά. Πρέπει να την ειδοποιήσουμε.
__Μη καθόσαστε άπραγοι. Την γυναίκα την έπιασαν οι πόνοι της γέννας, πηγαίνετε να φέρτε  τη Μάρω, τους είπε η Κατσιαλέπαινα. Από τις οχτώ  η ώρα παιδεύεται  !
Μαζί πήγαν στο καλύβι της Μάρως . Ξάπλα στο σανιδένιο κρεβάτι ήταν ο Μαρούτας ,ο γιός της.
__ Γιώργη, τη μάννα σου  θέλουμε. Δεν είναι εδώ;
__Ανε τι την θέλετε , γεννάει καμιά γυναίκα;
__Γιατί άλλο θα την  θέλαμε, Γιώργη!
__Έφυγε πρωί, σε κανένα καλύβι θα πήγε.
 Δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πήγαν στης Χαϊδίνας  το καλύβι και της Σταντούς, μα δεν την βρήκαν και συνέχισαν σε δυο τρία καλύβια  ακόμη το ψάξιμο,  μεταδίδοντας  το μήνυμα για τα γεννητούρια της Ελένης.  Τελικά τη βρήκαν στου Θοδωρή  του Μπαλάση  το σπίτι με την Θοδωρού να κουβεντιάζει .
__Έλα Μάρω ,μια ώρα σε ψάχνουμε! Τρέξε και βόηθα, κινδυνεύει η Ελένη, της είπε ο Γιάννης.
Βρέθηκε όχι μόνο απροετοίμαστος  για τη γέννα της γυναίκας του, μα και τους έτυχε σε  ξένο καλύβι!  Πώς να δικαιολογήσει  τ’ αδικαιολόγητα; Να πέσουν έξω στον λογαριασμό κοντά ένα μήνα!.
__Μή φοβάσαι  Γιάννη. Η Ελένη τις τσιούπες που γέννησε, λευτερώθηκε χωρίς να το καταλάβει. Εγώ την ξεγέννησα, δεν θα ‘χει πρόβλημα.
__Έχει αφόρητους  πόνους Μάρω, το καλύβι τρίζει ολόκληρο από  το δυνατό  βογκητό , σαν να βγαίνει από τα σωθικά της γης!..
__Θοδωρού μην κάθεσαι, σε καμιά ώρα να’ ρθεις  κοντά για βοήθεια, εγώ τώρα φεύγω.
__Πήγαινε συ  Μάρω  και θάρθω. Η Ελένη είναι και δική μου φίλη.
Ο καιρός είχε αλλάξει. Ένα μαύρο σύννεφο πέρασε και η μπόρα που έπεσε, μούσκεψε την γη.  Οι ίδιοι για να προλάβουν,  δεν έκατσαν σε ένα κλαρί   και βράχηκαν τα ρούχα και το πρόσωπό τους.
Το βογκητό έβγαινε από την χαμηλή πορτούλα του καλυβιού και το φεγγίτη και απλωνόταν έξω στο ύψωμα και από κει ο αέρας το σκόρπαγε στα γύρω καλύβια.  
Έτσι το άκουσε η Μάρω , που ΄ρχόταν πιο πίσω με τη συνοδεία της.
__Είναι δυνατότερο το βογκητό από πριν,  είπε ο Γιάννης.

Σαν η Μάρω έφθασε στην θλιβερή εκείνη τρύπα, βρεμένη ως το κόκκαλο, τα πόδια της τρέμανε και έχασε το άλλοτε περήφανο ανάστημα της μαμής.
Ο κακομοίρης ο Γιάννης βρισκόταν σε θανάσιμη αγωνία, όσο έβλεπε την γυναίκα του με αναγούλες, αλλαγές του προσώπου  και φωνές.
__Μέχρι εδώ ήταν Ελένη, της είπε η Κατσιαλέπαινα. Ήρθε η Μάρω , είσαι σε καλά χέρια, κουράγιο. Οι ώρες πέρασαν, σουρούπωνε και η Ελένη δεν λέει να λευτερωθεί.
Ο τόπος γιόμισε κόσμο. Δυο τρείς είχαν έρθει από κάθε καλύβι, να συμπαρασταθούν και  να βοηθήσουν την Ελένη.  Σιγοψιθύριζαν  μεταξύ τους και  δεν αισθάνονταν κόπο από την κούραση της ημέρας μα ούτε  ύπνος τους πήγαινε.
Από του Μακεδόνα το καλύβι, της Σταντούς, της Χαραλάμπως,  του Μπαλάση και του Πετρούλια  ήσαν δώδεκα άτομα. Από τα Τουρλαίϊκα καλύβια , του Σιαψιάνη, του Μπαρούνη και του Βλάση το καλύβι ήταν δέκα τέσσερα  άτομα. Αλλά και από του Πάϊκου του Πλακωτή το καλύβι, τα τσιριμαίϊκα ,του Μπουρνά, του Μαραγκού, του Κούγια, του Κωλοβούρδου, τα Μαρουδαίϊκα  και τα άλλα καλύβια ήταν μαζεμένα πάνω από είκοσι πέντε άτομα. Έμαθαν για την γέννα και ανησυχούσαν  άνθρωποι της Κοκκαλιάρας, του Κούφιου και του Μητριά.
Η γρια Κώτσιαινα η Γιόβαινα, άρρωστη στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να παραβρεθεί στην γέννα και έστειλε την κόρη της ,τη Φωτεινή. Μπουλούκια, μπουλούκια κάθονταν  σε κύκλους  και   κουβέντιαζαν.  Τον πρώτο λόγο είχαν οι γυναίκες που είχαν κάνει γρήγορα τις δουλειές τους για να βρίσκονται εδώ.
Το βογκητό έφτανε σε όλες τις γυναίκες  της μακρινής γειτονιάς και στιγμές, στιγμές  ξεγελάστηκαν  ότι άκουγαν μια φωνή , την φωνή του μωρού!
Οι γυναίκες και οι άντρες ζούσαν μια φουρτούνα στην γλυκιά φθινοπωριάτικη νύχτα. Τα σκυλιά αρουλιόσανται παράξενα  το ένα μετά το άλλο σε όλα τα καλύβια της Περαμεριάς και  ο φόβος φώλιαζε στις ψυχές των ανθρώπων, σαν κάτι κακό να συμβεί.
 Πήραν πέτρες και χοντρά κούτσουρα από τον τρακά τα έβαλα κάτω για να καθίσουν οι γεροντότεροι.
Άναψαν μεγάλες φωτιές γύρω από τ’ αλώνι,  να διώξουν το βαθύ σκοτάδι, να ζεσταθούν και να βλέπουν  ο ένας τον άλλον.
Δεν είχαν σκοπό να φύγουν απόψε πριν να απελευθερωθεί η Ελένη  και πριν ακούσουν το καλό μήνυμα. Οι περισσότερες γυναίκες ήταν μητέρες , που είχαν περάσει τους πόνους της γέννας, από τρείς έως πέντε φορές η καθεμιά.
__Την κακομοίρα την Ελένη ! Της έτυχε η μοίρα να γεννήσει στο ξένο σπίτι!.
__Τυχερή είναι ,είπε κάποια. Πολλές γεννήσαμε στους δρόμους και στα χωράφια.
__Τι να ειπείς για τον Γιάννη, που δεν άφησε την γυναίκα του να γεννήσει στο σπίτι της!
__Άιντε μωρή, φώναξε ο Πετρούλιας.  Εσύ τα βγαζες  αντουφέκητα , χωρίς να το καταλάβεις. Τώρα  τι νούμερα μας κάνεις;.
__Αρκεί να μην πάθει η γυναίκα τίποτα  και να βγει το παιδί γερό, είπε η Σταντού.
Η γριά Γιαννούλα , η Χόβαινα,  απευθυνόμενη στη γριά Μπαρούναινα της είπε:
__Τί χρόνια και τα δικά μας!  Γεννάγαμε όπως τα πρόβατα, χωρίς τη μαμή. Μου φαίνεται σαν να πονάω ακόμη στη γέννα του μικρότερου γιού μου, του Γιώργη.
__Σήμερα είναι καλά. Η Μάρω σώνει κόσμο.

__Γέρο , είσαι κουρασμένος, να φύγεις και να πας να πλαγιάσεις, του είπε ο γιός του.
__Καλά σου λέει γέρο Πλακωτή, πρόσθεσε ο Μπαλάσης. Όλη μέρα με τα γίδια πηλαλάς και όπου να ‘ναι φωτάει . Όσο φωτάει το φεγγάρι  πήγαινε. Η Ελένη θ’ αργήσει όπως φαίνεται να γεννήσει. Το πρωί θα τα μάθεις τα νέα.
__Οι γέροι, τα παιδιά και οι αδύνατοι να φεύγουν, κάποιος πρόσθεσε.
Η Ελένη ακούμπαγε το κεφάλι της σε χαμηλό προσκέφαλο και η Κατσιαλέπαινα πλησίον της, τράβαγε προς την πλάτη το υφαντό σεντόνι με τ’ απλάδι να την σκεπάσει , για να μην κρυώσει.
Πλησίον της ήταν η γριά Χόβαινα, η Βλάσαινα και η Θοδωρού η Μπαλάσαινα , που βόηθαγαν την Μάρω  την Μαμή
Άλλη κράταγε το κεφάλι της εγκύου να μην ταράζεται, με τους πόνους και το βογκητό, άλλη σύμπαγε τα δαυλιά, στη φωτιά να γίνεται φλόγα και να βράσει το τσουκάλι με το νερό και η άλλη ξετύλιγε τα πανιά και   τις φασκιές που έφεραν οι γυναίκες για το μωρό. Η Ελένη είχε φασκιές και πανιά καθαρά, φυλαγμένα  από την τελευταία της κόρη  για το παιδί που  θα ερχόταν. Του είχε πλέξει και ένα σκουφάκι  και ένα κόκκινο ζευγάρι κάλτσες. Είχε και δυο ρομπίτσες που θα τις φόραγε κι αν ακόμη ήταν αγόρι. Η κακομοίρα είχε κάνει το κουμάντο της ,έλεγαν ψιθυριστά μεταξύ τους οι γυναίκες, χωρίς η Ελένη να νοιάζεται για την συζήτησή τους.
Όταν χρειαζόταν βόηθαγαν η μια την άλλη να γυρίσουν την Ελένη από την μια πλευρά ή την άλλη.  
__Γύρισε το λυχνάρι προς τα δω, είπε η Μάρω στην Τασία την Κατσιαλέπαινα, να φωτάει καλύτερα. Αφήνει ίσκιο και δεν βλέπω καλά. Εσύ Βλάσαινα βγάλε το μαυρισμένο λαμπόγυαλο και καθάριστο, θέλουμε φώς καλό απόψε να ιδεί το παιδί το δρόμο που θα ‘ρθει.
Η Μάρω, ήταν γυναίκα μετρίου αναστήματος, σκέπαζε τα πλούσια μαύρα μαλλιά της με ένα μαύρο μαντήλι, πάντα γλυκομίλητη και χαμογελαστή. Είχε μαύρα σπιθιροβόλα  μάτια ολίγον βραχνή φωνή με χνουδωτά τα πάνω χείλη. Ήταν έξυπνη, καταφερτζού και βόηθησε δεκάδες γυναίκες στις γέννες. Εφάρμοσε προγονικές , γνώσεις και γιατροσόφια και ήταν ασυναγώνιστη στο ξεγέννημα των γυναικών .
Δεν αρνήθηκε τις ταπεινές της υπηρεσίες σε καμία γυναίκα  και  είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων .  Τώρα η περίσταση ήταν κάπως ιδιαίτερη και η Μάρω χρησιμοποίησε όλη της τη μαεστρία
Από τα βογγητά της  Ελένης, οι μαζεμένοι στη φωτιά Περαμαρήσιοι  καταλάβαιναν ότι  δεν είχε γεννήσει ακόμη.
__Φέρτε πανιά γυναίκες, φωνάζει η Μάρω, έσπασαν τα νερά. Το παιδί έρχεται.
__Πονάω φωνάζει η Ελένη, δεν αντέχω άλλο.
__Είναι να μην πονάς, άντρας με μουστάκι είναι ,της έλεγε η Μάρω, για να της δώσει θάρρος και κουράγιο.
__Σπρώξε Ελένη, να βγει το παιδί. Πάρε βαθιές ανάσες και σπρώξε. Κοντεύουμε. Εκείνη βάζει τα δυνατά της. Το πρόσωπό της λούστηκε στον ιδρώτα και τα δυο της χέρια έσφιξαν τα στρωσίδια του κρεβατιού. Η Μάρω λάδωσε τα χέρια της και βόηθαγε το παιδί που ερχόταν, τραβώντας το μαλακά. Μια το άφηνε, μια το τράβαγε για να μην προκαλέσει καμία ζημιά στην έγκυο. Για μια στιγμή ακούστηκε δυνατό βογγητό και πνιχτή φωνή της Ελένης. Η ετοιμόγεννη σχεδόν λιποθύμησε , η μαμή ανατρίχιασε και οι άλλες γυναίκες τα ‘χασαν και δεν ήξεραν τι να κάνουν!
Ήταν η πιο κρίσιμη στιγμή. Η μαμή άλλαξε στάση, έγινε ψύχραιμη, ατάραχη και τράβηξε το παιδί. Ακούστηκε το πρώτο   «ουά, ουά» του παιδιού  και ένας αναστεναγμός βγήκε από τις γυναίκες που αγωνιούσαν.
__Δόξα  σοι ο Θεός, είπε η Κατσιαλέπαινα. Γέννησε και τα μάτια όλων ήταν στο  φύλλο της συκής του παιδιού.
Όλοι περίμεναν έξω με το κλάμα του παιδιού να μάθουν αν ήταν αγόρι.
__Συγχαρητήρια Γιάννη. Να σου ζήση  ο γιός, του είπε η μαμή , που μόλις το αφαλόκοψε.
__Μάρω, τίνος μοιάζει το παιδί; Ρώτησαν.
__Είναι κουβέντα ευτούνη! Το είδαμε καλά το παιδί. Σε όλα του Γιάννη μοιάζει. Εδώ τα μούτρα, το στόμα τα χείλη και χαμηλά,  όμοιος του Γιάννη   είναι  είπε και μπήκε μέσα στο καλύβι γελώντας. Εκείνος  μαζί με τους άλλους ,γέλαγε ευτυχισμένος για το μεγάλο δώρο.
__Τό ήξερα γω , είπε και έκανε δυο βήματα να μπει μέσα να καμαρώσει το γιό του.
__ Μεριάστε, μεριάστε  να μπω.
__Περίμενε Γιάννη, δεν κάνει τώρα. Να ετοιμάσουμε πρώτα τη λεχώνα, του είπε η Μάρω και κείνος υπάκουσε στις εντολές της.
Η Ελένη βλέπει το στερνοπούλι της, ανάσκελα, δίπλα της , σε ένα κομμάτι ύφασμα πάνω στη  ράσινη ποδιά της Κατσιαλέπαινας , με τα πόδια και τα χέρια ανοικτά να σκιρτάει ευτυχισμένο.
__Καλορίζικο, να σου ζήση και καλά σαράντα ,Ελένη .της είπε η Κατσιαλέπαινα, πρώτη από τις άλλες γυναίκες και έσκυψε και τη φίλησε  στο κόκκινο μάγουλό της.
Τις ίδιες ευχές έδωσαν και οι άλλες γυναίκες.
__Όμορφο γιό έκανες Ελένη, να σου ζήση.
__Ευχαριστώ για ότι κάνατε , με υποχρεώσατε για όλη μου την ζωή. Όταν μεγαλώσει ο γιός μου θα μάθει για την βοήθεια που του προσφέρατε, την αγωνία που περάσατε και την αγάπη που του δείξατε.
__Αυτό Ελένη πρέπει να το μαθαίνουν όλα τα παιδιά της Γλανιτσιάς,   να σέβονται και να προσέχουν τους μεγαλύτερούς τους.  Έτσι θα  υπάρχει αγάπη συνεχόμενη της παλιάς και της νέας γενιάς.
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της να ξεκουραστεί και σκέπτεται γεμάτη ευτυχία πως ο γιός της θα την περιτριγυρίζει ,πως θα  σέρνεται στα πόδια της και θα καυγαδίζει με τις μεγαλύτερες τσιούπες της.
__Τρύφωνα, αύριο για σκάλο στο χωράφι σου, θα ‘ρθει κι ο γιός μου να βοηθήσει και να αναπληρώσει την χασομέρια.
Το πλάσμα αυτό και πριν την γέννα κυριολεκτικά είχε αναστατώσει το μυαλό τους.
Τρείς τσιούπες είχαν γεννηθεί. Κάθε προηγούμενη γέννα και προίκα έπρεπε να ετοιμάζουν.
Η φτώχια θα  ρήμαζε τον Γιάννη  και όλη την οικογένεια. Μα τώρα το παιδί ήταν αγόρι και, όπως του είπε η μαμή, είχε τα δικά του χαρακτηριστικά. Ήταν περήφανος και με ευχαρίστηση δεχόταν ευχές. Θα ζήταγε μεγάλη προίκα όταν έφτανε ο χρόνος της παντρειάς.
__Τι κάνουμε τώρα Μάρω; Ρώτησε η Κατσιαλέπαινα.
__Πανιά και φασκιές έχουμε;
__Έχουμε και περίσσεμα. Όλες οι γυναίκες που έμαθαν για την Ελένη, πως βρέθηκε εδώ και γεννάει, έφεραν πανιά και φασκιές.  Η Παναγιώτα η Βλάσαινα έφυγε για το σπίτι της να φέρει και νάκα  να μπει μέσα το παιδί. Όλες βόηθησαν  και έπλυναν το παιδί.
Ύστερα η Μάρω τέντωσε τα χεράκια του μωρού πάνω στο κορμάκι του, ίσιωσε τα πόδια του και γρήγορα το τύλιξε με τις πάνες και αυτές τις έδεσε με τις φασκιές σφιχτά.
Το κορμάκι του έγινε ίσιο σαν λαμπάδα και τα πόδια και τα χέρια του δεν θα γίνουν στραβά. Δεν άργησε να πιάσει το βυζί της μάνας του και κείνη  το χάιδευε  απαλά με τις κόρες των ματιών της.
__Σαν κουτσούνα έγινε για παιγνίδι, κάποια είπε.
Όλοι ήπιανε ρακί να ζεσταθούν και να ευχηθούν.
__Να σου ζήση Γιάννη ,καλορρίζικο και καλά σαράντα,  ευχήθηκαν και σκόρπισαν στα καλύβια τους.  
  
  
B GIRAKAS   Αγίου Φιλίππου 2012

2 σχόλια:

  1. Αυτό το κείμενο, ανασυνθέτει μια μεγάλη ανθρώπινη στιγμή, την γέννηση που δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει πιά όπως γινότανε χιλιάδες χρόνια.
    Είναι ένα όμορφο κείμενο, καλοδουλεμένο με πολλά λαογραφικά στοιχεία και με έναν φανταστικό κόσμο που προσπαθεί να βοηθήσει υλικά και ηθικά την μάνα και το παιδί που έρχεται.
    Σε ένα απομονωμένο μέρος την περαμεριά, με τα διάσπαρτα καλύβια, τους ζεστούς ανθρώπουςτην δυναμική και έμπειρη μαμή, με πρωτόγονα μέσα γεννιέται ένα παιδί. Πως να μην νοιώσει κανείς συγκίνηση και ρίγος όταν ζυγώνει η βλογημένη ώρα της γέννας και ο κίνδυνος είναι ορατός. Οι καλυβιώτες μαζέβονται όλοι ανάσπιτα και καρτερούν με αγωνία τον ερχομό του μικρού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με επίκεντρο το ευλογημένο γεγονός της γέννησης, που ανάγλυφα περιγράφεται από το Βαγγέλη (Σε κάποιο παραγώνι γεννηθήκαμε όλοι οι παλιοί, ίσως και ο ίδιος), ξεδιπλώνονται πλήθος άλλων γεγονότων που μας πληροφορούν για τη ζωή και τα αισθήματα των κατοίκων μιας συμπαθούς τοποθεσίας του χωριου μας, την Περαμεριά. Διαβάζοντας το κείμενο βλέπεις μπροστά σου τους ανθρώπους, τις δράσεις τους, το χαρακτήρα τους τον πλούσιο ψυχικό τους κόσμο. Μια ολοζώντανη γλανιτσιώτικη περιοχή, που όμως σήμερα, αλλοίμονο, είναι "ξερή κι αδράπανη".

    ΑπάντησηΔιαγραφή