Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΟΛΟΚΥΘΙ

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο τόπος τριγύρω, άδειος από πέτρες. Αν με βλέπανε να πετά πέτρες, πήγαινα χαμένος! Θα πέφτανε τα μούτρα μου από ντροπή, για κείνα που θ’ άκουγα και κείνα που θα ‘λεγαν  στον κόσμο του χωριού για μένα!.
Το ‘βαλα πείσμα, να το ρίξω κάτω στην ρεματιά, το κρεμασμένο  κολοκύθι στο γκρεμό, εκεί ψηλά στα περιβόλια κοντά στο κεφαλόβρυσο..

Μα ήταν  και  άσκηση στο σημάδι και δεν το έβαλα κάτω.
Δέκα ημέρες τώρα περνοδιάβαινα  το στενό δρομάκι πλάι στη ρεματιά και αγνάντευα απέναντι στα περιβόλια με λαχτάρα, να το ιδώ να το καμαρώσω , να κρέμεται .
 Εκείνο μικρό σαν τόπι στην αρχή, μεγάλωσε και ξεχώριζε με το κιτρινοπράσινο χρώμα του πάνω στο βαθύ πράσινο χρώμα της πατουκλιάς.
Κρέμονταν άλλα δυο αδέρφια του και άλλα κολοκυθάκια μικρούτσικα, γυαλιστερά, με  πορτοκαλιά λουλούδια   ανοιχτά στην άκρη. Κείνα κοντά στα καρπερά περιβόλια, τα όριζε ο αφέντης τους.
Μα τούτο το θερίο,  τράβηξε στο χάος και ούτε περιβολάρης είχε την έννοια του, ούτε άλλο μάτι το έβλεπε εκεί που ήταν κρυμμένο και χωμένο στα πράσινα βράχια.
Ας τα πάρομε με τη σειρά..
Στις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού, δεν ήξερα ξεκούραση και παιγνίδι. Ο γέρος  μού έβρισκε δουλειά. Το πρωί πριν χαράξει, πριν η Πούλια και ο Αυγερινός κρυφτούν από το φως της ημέρας, μου φώναζε:
__Σήκω παιδάκι μου να φύγεις. Φώτισε και τα πρόβατα θα πάνε σε ζημιές.
__Θα σηκωθώ, έλεγα και τα ματοτσίνορά  μου έκλειναν βαριά και για λίγα λεπτά με ‘παιρνε πάλι ο ύπνος.
__Δεν άκουσες τι σου είπα;
Η φωνή του μου τρύπαγε την καρδιά. Μια, δυο, τρείς φορές δεν άντεχα άλλο. Σηκωνόμουνα επάνω, έριχνα μια στάλα νερό στα μούτρα μου, έπαιρνα ένα στραβόξυλο για  γκλιτσόραβδο  και ανηφόριζα  το δρόμο για το βουνό. Ο δρόμος ανηφορικός, με πλήθος στριφογυρίσματα. Το σκοτάδι τον κάνει άγριο και δυσκολοπέραστο.
Έπρεπε να φθάσω στις πάνω   Ράχες , από κει στ’ αμπέλια, στις φυτιές, το δρομάκι τον ανήφορο στα ριζά του βουνού μέχρι την Μπαρουνέϊκη χούνη.
Μπροστά μου η κορυφή του  Άγιου  Αιμιλιανού, φαντάζει μοναστήρι με τα αδερφωμένα πέντε- έξι πρίνια της κατάραχα, Και γύρω - γύρω  τα πρόβατα να κοιμούνται.
Εκεί έπρεπε να είμαι με το φώτημα, προτού τα πρόβατα σκαρίσουν και φύγουν για αμποδημένα  χωράφια του κάμπου των Βαλτεσινιωτών.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινα τα σκοτεινά μονοπάτια του βουνού, με ένα ραβδί στο χέρι. Καλοκαίρια και καλοκαίρια έκανα το μικρό αυτό οδοιπορικό μέσα στην πρωινή σιγαλιά απολαμβάνοντας τα θαύματα της Φύσης! 
 Από τότε κάθε ημέρα ανεβαίνω με την θύμησή μου και ακούω τις φωνές των πουλιών και των ζώων.  
Βλέπω ψηλά στον ουρανό το ζύγιασμα των αητών, να ψάχνουν την τροφή τους.  Πάντα με συγκινεί αυτό το βουνό, που κάθε πέτρα, κάθε βράχος, κάθε χούνη, κάθε σπηλιά κλείνουν μέσα μου το δικό τους νόημα , την δική τους ιστορία.
Μέσα μου θεριεύει η νοσταλγία του χτες και το όνειρο, που θέλω να συναντήσω και να ξαναζήσω σαν τότε…..
Ανηφορίζω ψάχνοντας περάσματα, μικρά μονοπάτια, περικοπά να φθάσω το γρηγορότερο στο στόχο. Γλυκοχαράζει. Ένα μπουλούκι πέρδικες , μέσα στις μεγάλες τούφες στην απέναντι πλαγιά γλυκοτραγουδούν. Άλλο μπουλούκι είναι στο δρόμο μου, πέφτω πάνω τους  χωρίς να το ξέρω και χωρίς να με περιμένουν   .
Δυο μαζί κόβουν φτέρακο και ο θόρυβος με φοβίζει στο θολό ακόμη τοπίο.  Τα χάνω! Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Ξέρω, η παρέα τους θα ακολουθήσει . Είμαι πιο ήρεμος.
Μια από δω, άλλη από κει  πετάγονται  σε ευθεία γραμμή προς την ίδια κατεύθυνση, τρομοκρατημένες να σωθούν . Δεκαπέντε πέρδικες μέτρησα! Συνεχίζω ήρεμος κι ανεβαίνω στο ύψωμα, στην κορφή.  Τα μισά  πρόβατα σηκωμένα βόσκουν τριγύρω, άλλα ανακλαδίζονται και άλλα έτοιμα με το αχούγιαγμα  να σκαρίσουν.
Με το πρωϊνό αεράκι τουρτουρίζω  και η μπόλκα είναι σωτήρια για την περίσταση.
Ένα ακόμη πρωινό, έρχεται και παρέρχεται στη κορυφή του Αγίου Αιμιλιανού.
Δεν είναι σαν τ’ άλλα πρωινά όμως. Εκεί που περίμενα τον ήλιο να βγει για  να τον χαιρετίσω,  ένοιωσα το σήκωμα του κορμιού μου ψηλά!
Απέναντι στο ρέμα του Ρεντεζέλα, ψηλά στο βουνό, μόλις έσκαγαν οι πρώτες κόκκινες αχτίνες του ήλιου. Επικράτησε  πλήρη άπνοια.  Μια μαγεία, μια έκσταση, πλημμύρισε  το σώμα μου με το λούσιμο των χρυσοποίκιλτων ακτίνων του.
Μου φάνηκε πως δεν ακούμπαγα πουθενά στην γη, αλλά στεκόμουν στον αγέρα. Οι ακτίνες, είπα, του ήλιου με κρατούν ψηλά από τη γη, τόσο ανάλαφρα, τόσο όμορφα, τόσο χαρούμενα!.  Να ήταν όραμα; Ούτε τότε, ούτε τώρα μπορώ να το εξηγήσω. Όσες φορές βρέθηκα εκεί με την ανατολή του ήλιου, δεν μου συνέβη πάλε κάτι τέτοιο. Και τι δεν θα ‘δινα για μια τέτοια στιγμή να την ξαναζήσω!
Τα πρόβατα ροβόλαγαν   από την μια χούνη στην άλλη και από την μια πλαγιά στην άλλη για τα ριζά του βουνού προς τ’ αμπέλια ,βόσκοντας.
Έτσουξε ο ήλιος για τα καλά. Ήταν ώρα για στάλο. Μα πρώτα έπρεπε να πιούν νερό στο Κεφαλόβρυσο.  Περάσαμε το στενό δρόμο μέσα από τα καταπράσινα αμπέλια, στις φυτιές, φτάσαμε στου Σούφη το πηγάδι, στις πλεύρες  του Λέου και κατηφορίσαμε την βαθειά χαράδρα, κατευθυνόμενοι στου Μπαρμπά τα βράχια.
Πίσω από τους απρόσιτους βράχους, από τις ανεξερεύνητες σπηλιές, νύμφες και μούσες μένουν κρυμμένες  ν’ αποφύγουν τον τραγοπόδαρο Πάνα.
Ο μεγάλος βράχος στάζει παντού νερό και με την μικρή πηγούλα  στα πόδια του σχηματίζεται ρυάκι.  Χρόνια, όσο ζει ο άνθρωπος εδώ φαντάζεται τα ίδια θεριά, τους ίδιους θεούς , βλέπει  την ίδια θέα. Ψηλά βράχια σκεπασμένα με πρίνια,  με σφεντάμια, με κισσούς. Κατάρρεμα  η στρούγκα  με το στρουγκολίθι που άρμεγαν οι τσοπάνηδες  τα πρόβατα και τα γίδια. Εδώ  βάλθηκα να φωνάζω  άγρια, δυνατά, πρωτόγονα.   Ααα,  Ιιι,  ΟΥυυυ και ο αχός ακούγεται τρείς- τέσσερες φορές κάτω στις ρεματιές. Γιόμισε ο τόπος ήχους κι  απόηχους. Η μια ρεματιά έπαιρνε τον απόηχο της άλλης. Ή ίδια φωνή, η φωνή μου ακούγεται μέσα από βράχους, από σπηλιές και τις βαθιές ρεματιές. Ακούγεται να ξαναλέει τις τελευταίες συλλαβές από τις δικές μου φωνές, παραλλαγμένες, μισές.
Τα πρόβατα ακολουθούν με προσοχή το μονοπάτι που τα ίδια φτιάξανε, με το περπάτημά τους.  Εδώ το ένα  μονοπάτι γίνονται…  τρία.   Το ένα τραβούσε άκρη- άκρη στα βράχια με τις σπηλιές για τις Κάτω Ράχες. Το άλλο τον κατήφορο στην ρεματιά προς τη Λιάσκοβα  και το τρίτο απέναντι από το κρεμασμένο κατουκέφαλα κολοκύθι  και το κεφαλόβρυσο , που πάνε τώρα τα πρόβατα,   να ξεδιψάσουν.
Απέναντι στα περιβόλια, είδα  κοντά στις καλαμωμένες φασολιές , το σουλούπι του με την αξίνα στο χέρι. Έσκαβε στ’ αυλάκι ν’ αλλάξει το δρόμο του νερού που ποτίζει. Ύστερα ίσιωσε το κορμί του, το στύλωσε στο στυλιάρι της αξίνας  και στάθηκε  για λίγο κορδωτός ώσπου ,  το νερό να περπατήσει, στην καινούργια πορεία.
__Πάει, είπα και σήμερα!  Πέρασε και τούτη η ημέρα. Δεν θα πετροβολήσω το κολοκύθι.
Εχθές πάλε, τέτοια ώρα που πέρναγα , ήταν καθιστός εκεί κοντά  και  δεν πετροβόλησα. Ο ήχος του νερού ακούγεται ανάκατος με το κελάδημα των πουλιών. Εδώ είναι το κεφαλόβρυσο.
Σε δυο  σημεία ξεπηδά  γάργαρο το νερό και γλυκαίνει το τοπίο. Ο τόπος είναι παντού υγρός. Το περδικοχόρτι  απλώνεται γύρω από της πηγές και το κάρδαμο  μέσα στο ρέμα με το νερό  χαίρεται την δροσιά του.
Σκύβω και πίνω  νερό και κοντά σε μένα σβένουν τη δίψα τους τα πρόβατα που απλώσανε στην ρεματιά.
Άκρη- άκρη στο ρέμα ανηφορίζουν τρείς νοματαίοι. Αργοπορούν να μην προγκίξουν τα πρόβατα. Θέλουν να φτάσουν στις φλέβες του νερού στο κεφαλόβρυσο, να φάνε, το ψωμοτύρι τους, το κρεμμύδι, το αγκούρι,  να πιούν το δροσερό νερό και να περάσουν το μεσημέρι.
Έτσι πέρασαν  αρκετές ημέρες .
Αυτό το μεσημέρι ήταν πολύ ζεστό. Τα τζιτζίκια χάλαγαν τον κόσμο. Ο περιβολάρης δεν φαινότανε πουθενά.  Εκείνο μακρόστενο , έκανε μπάμ από το δρομάκι απέναντι. Λαχτάρα το είχα να το χτυπήσω. Η απόσταση ήταν πάνω από είκοσι μέτρα.  Η μια πέτρα διαδεχόταν την άλλη και οι άτιμες όλες έπεφταν δεξιά αριστερά στο κάτω μέρος,  μα καμιά απάνω του!.
Επιστράτεψα τη δύναμή μου, την τέχνη μου, τη θέλησή μου.  Μια πέτρα πέτυχε την ουρά του εκεί πού ήθελα, εκεί που βύζαινε και μεγάλωνε!. Κείνη  μου έκανε την χάρη, κόπηκε και άρχισε το κολοκύθι  να κατρακυλά μαλακά- μαλακά στο πράσινο σκέπαστρο του βράχου!.
Ακόμα θυμάμαι, πήγε να σκαλώσει. Τελικά έδωσε μια και κατρακίλυσε στο ρέμα με το τρεχούμενο νερό. Τραντάχτηκε και κόπηκε σε δυο μεγάλα κομμάτια.  Μικρό κομμάτι από τη σάρκα του και λίγα σπόρια έμειναν σκόρπια στη γη.
Έριξα προσεκτικά ακόμη μια ματιά γύρω στα περιβόλια, στη μεγάλη στέρνα και την βαθύσκιωτη καρυδιά, βεβαιώθηκα για την απουσία του περιβολάρη.
Πότισα τα πρόβατα και πήραν το δρόμο για το στάλο κι εγώ πήγα στο λάφυρο.
Ήταν ένα μεγάλο κολοκύθι τέσσερες, πέντε οκάδες, που μόλις μπορούσε η μπόλκα μου να το καλύψει. « Δεν γίνεται είπα, αυτό θα το πα στο σπίτι».
Το χάϊδεψα, καμάρωσα την ομορφιά του, το χρώμα του το σχήμα του και έβαλα τη μύτη μου στο σώμα του να πάρω την μυρωδιά του. Σάμπως είχα ξαναϊδεί από κοντά κολοκύθι στους ξερότοπους του χωριού μου;
Ένωσα τα δυο κομμάτια και την στρογγυλή μπάλα τυλιγμένη, να μην φαίνεται, αγκομαχώντας την έφερα στου Μπαρμπά την Στρούγκα. Δεν ήξερα πως θα αντιδρούσε σε τέτοια ο πάντα αυστηρός πατέρας μου.
Ας είναι είπα. Δέκα ημέρες πετροβόλημα δεν θα πάει ο κόπος χαμένος.
Ο ήλιος χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη των Αρκαδικών βουνών και από την κορυφή του Άγιο Αιμιλιανού ανεβαίνει αργά ένα ολόγιομο φεγγάρι. Κατηφορίζω στο ρέμα, στην στρούγκα, το κολοκύθι τυλιγμένο με περίμενε.
Δεν ήθελα να συναντηθώ με κανένα μάτι στη βρύση, στου Τούρκου το μαγαζάκι. Με δυο πατάτες γιαχνί την άλλη μέρα νοστίμισε ο τόπος! . Φάγαμε και χορτάσαμε όλοι.
Πενήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, σέρνω πίσω μου αυτή την μικρή ιστορία. Την είχα βάρος μέσα μου και έπρεπε να ξομολογηθώ.
Σήμερα, έστω για λίγο, γέμισα τις παιδικές μου φούχτες  με νερό του κεφαλόβρυσου, ήπια , ήπια και ξεδίψασα. 
Ο τόπος ένοιωσα ότι είναι γεμάτος από κρεμασμένα κολοκύθια, τρεχούμενα νερά, μοσχοβολημένες ολάνθιστες πατουκλιές, όπως τότε.
Έστω για λίγο νοερά, απόλαυσα  αυτά που σήμερα δεν υπάρχουν. 
Δακρύζω γιατί δεν υπάρχουν τα ωραία περιβόλια με τα μποστανικά σε ωραία παρτέρια και προ πάντων  λείπουν οι περιβολάρηδες με το τσαπί στο χέρι να χαρίζουν  ευφορία στη γη…….


B GIRAKAS




5 σχόλια:

  1. Εσύ Βαγγέλη ξομολογήθηκες!!!!

    Εμάς όμως μας κοινώνησες με τις εικόνες και τ' αρώματα από τα χώματά μας......και σ' ευχαριστώ και πάλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Προπολεμικά περιβολάρης σ΄αυτό το περιβόλι ήταν ο Πάνος ο Παπαδημήτρης.Δύο φορές την ημέρα,πρωί και απόγευμα κατέβαινε στη Λίάσκοβα. Εκεί κοιμόταν τα μεσημέρια και διάβαζε.Στό περιβόλι αυτό έκανε το τραπέζι στους φίλους του που έρχονταν από την Αθήνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μόνο όποιος δεν πότισε τα πρόβατά του στη Λιάσκοβα τα καλοκαιρινά μεσημέρια, δεν μπορεί να νιώσει βαθιά συγκίνηση διαβάζοντας την εξομολόγηση του Βαγγέλη. Ένα έξοχο και πολύ ευαίσθητο βίωμα, δοσμένο με τέλειο τρόπο και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Ανηφορίζοντας το ρέμα τα μάτια μου έβλεπαν πάντα αριστερά. Πιανόταν ο λαιμός μου.Πρόσεχα το κάθετί προφαντό στα περιβόλια. Από το καρύδι μέχρι το τρυφερό φασολάκι, τα θρεμμενα κολοκύθια μέχρι τις κόκινες τομάτες και τα δροσερά αγγουράκια!
    Έτσι λιγουριασμένος έφθανα στο Κεφαλόβρυσο. Έπινα από συνήθεια λίγο κρύο νερό και σκαπέταγα στου Μπαρμπά. Μεγάλος πειρασμός τα περιβόλια τότε!
    Πάντως δεν πετροβόλησα ποτέ, δεν έκλεψα ποτέ. Επεθύμησα όμως πολύ.
    Ο Βαγγέλης "δεν αφήνει ανθρωπο στη φτώχια του"! Τα καταφέρνει κάθε τόσο
    να μας γυρίζει στο παρελθόν με τόση μαεστρία, αφήνοντάς μας με διάφορες γεύσεις, πικρές γλυκές κλπ Ποτέ όμως... άγευστους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χίλιες φορές σκέφτηκα τότε που ήσαν τα περιβόλια να πιάσω τον Καγιά φίλο. Έβλεπα μερικές φορές στο Κεφαλόβρυσο να καταφτάνει με τα χέρια του γεμάτα με λογής λογής φιλιές περιβολίσιες, όταν βρίσκονταν εκεί περιηγητές από το χωριό (...υψηλά πρόσωπα..) Αλλά δεν τα κατάφερα. Μου φαινόταν απόμακρος και φωνακλάς και, σα μικρό παιδί, φοβόμουν λίγο. Ιδίως την προσβολή.
    Οι μνήμες σ' αυτά τα γεγονότα είναι πάντοτε παρούσες.Μ' ένα τσίγκλισμα, μ' ένα κολοκύθι π.χ., νάτες και σε περικυκλώνουν....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΑ ΓΡΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή