Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΤΟ ΔΕΦΤΕΡΙ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο μπακάλης μου πάρα λίγο να εκραγεί. Ήταν δύσκολο να ξεπερνάει
τους θυμούς του, να είναι λογικός, να εμπορεύεται με σωφροσύνη και να διαφεντεύει το εμπόριο...

Θυμάμαι, Τρίτη απόγευμα. Με ένα λιγδιασμένο  δεφτέρι, που είχα στην τσέπη μου, θα έμπαινα στο μπακάλικο.
Δεν ξέρετε  πόση θέρμη  έδινε στην καρδιά μου αυτός ο άνθρωπος.
Πρωτοφανέρωτη η υποχρέωσή μου που δέχτηκε, με ένα δεφτέρι στο χέρι μου, να μου δίνει όλα τα καλά.
Είχε ρωτήσει  έναν πατριώτη του, που ήξερε τον πατέρα μου και έμαθε ότι ήταν  καλός χριστιανός και άνθρωπος.  Έτσι  μου έδινε βερεσέ, τα εμπορεύματά του.
Ο μπακάλης αυτό επεδίωκε, δεν είχε να χάσει τίποτε. Θα πούλαγε τα εμπορεύματά του και θα κέρδιζε. Είχε πολλές δουλειές με πελάτες, με ξενοχωριάτες  και σχολιαρόπαιδα.  Κι αλήθεια τώρα που το σκέπτομαι χάνει κανείς το μυαλό του πώς τα έβγαζε πέρα μόνος του! Παντοδύναμος στο εμπόριο και κέρβερος στις απαιτήσεις του να μην χάσει.  Και ποιος είπε  να χάσει;  Είχε φαίνεται συνηθίσει να κερδίζει, όπως είναι και το λογικό.
Περίμενα να αδειάσει η σειρά από τον πολύ κόσμο στο μπακάλικο και όταν αυτό έγινε, μπήκα μέσα στο στενό διάδρομό του .
Νάσου ο γιατρός και η μνηστή του.
Στον τόπο αυτόν που διακόνευε, στον δικό του χώρο, καλοστρώθηκε και κουβέντιαζε, χωρίς να ρωτάει κανέναν μας που περιμέναμε στην σειρά. Μικρό πράμα το ‘χετε αυτό;
Φιλοφρονήσεις, χαμόγελα με την μνηστή του γιατρού και καλόλογα πολλά. Κάποτε έριξε την ματιά του στα πλάγια, εκεί που περίμενα, διστακτικός, ωτακουστής και ντροπαλός.
__Εσύ τι θέλεις;  Με ρώτησε.
__Ρύζι και μακαρόνια, του είπα και σκεπτόμουν με την αγορά θα αποφύγω τον τραχανά και την μανέστρα που συνέχεια αναστάτωναν το στομάχι μου. Αναγλυφόμουν  και με μια  ρέγκα που έβλεπα δίπλα μου, αλλά θα ήταν ακριβή, σκέφτηκα, και δεν έδωσα παραγγελία.  Ευθύνη φίλε μου από τα δέκα τρία σου χρόνια. Ζύγιαζες αν έπρεπε να χρεώσεις τον πατέρα σου με πολλά έξοδα. Ήξερες  την φτώχεια του και τις δυσκολίες που τράβαγε.
__Φίλε ,εσύ δεν έχεις πληρώσει τα προηγούμενα και πώς να συνεχίσω να σε πιστώνω; Κοίταξε πονηρά τον γιατρό σαν να του ‘λεγε:
Να τι τραβάω με το εμπόριο και τα προβλήματα.
Ξεκόλλησε  από πάνω μου η αγάπη που έτρεφα γι αυτόν  και η καλοσύνη του που με δέχτηκε να ψωνίζω με το δεφτέρι.
Αυτή η πετριά μπροστά σε άλλους, ήταν φωτιά, ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν φαρμακερό πικάρισμα στην ψυχή μου.
Στον γιατρό που τον σεβόμουνα και την μνηστή του που την γνώριζα, πώς να δικαιολογήσω την προσβολή!
Για δες ένα παιγνίδι της κακιάς ώρας!  είπα. Και να ειπείς ότι του χρώσταγα; χαλάλι  του. Την περασμένη εβδομάδα, είχε έλθει απ’ το χωριό ο πατέρας μου και μηδένισε τον λογαριασμό στο δεφτέρι.
Τι ξέρει αυτός από Αρκαδική  υπερηφάνεια και από τρυφερή παιδική ψυχή. Τότε, όταν μας ρωτάγανε από πού είμαστε, δεν απαντούσαμε. Κοιτάγαμε τα καμαρωτά βουνά απέναντι στο Λάδωνα  και καταλάβαιναν. Πού να ήξερα  ότι και η Στρέζοβα παλιά ήταν καθαρή Αρκαδία.  Η γενιά μου ήταν  περήφανη  για  την φτώχεια, την ανέχεια, ήμαστε όλοι μια  έντιμη παρέα , υπομέναμε και δεν μας ένοιαζε.
__Κύριε, του είπα, το δεφτέρι σας εδώ είναι,  δεν σας οφείλω τίποτε. Ο πατέρας μου δεν άφηνε να προσβάλλουν με έργα και με λόγια τα παιδιά του. Πάντα φρόντιζε, και τον ευγνωμονώ.
__« Μη προτρεχέτω η γλώσσα της διανοίας σου» δηλαδή»
Πριν μιλήσεις να βουτάς τη γλώσσα στο μυαλό,  του είπε η μαία, η μνηστή του γιατρού.
Όλοι χαμογέλασαν, ότι ένα αστείο ήταν και πέρασε.
Σε μένα αυτό το αστείο έμεινε και σκέπτομαι ακόμα την προσβολή με το μηδενισμένο δεφτέρι.
 B GIRAKAS




1 σχόλιο:

  1. Μη νομίσετε ότι το δεφτέρι ήταν κάτι σαν τη σημερινή KARTA.Είχε πολλές διαφορές.Κυρίως το δεφτέρι το χρησιμοποιούσαν οι φτωχοί, ενώ την KARTA σήμερα την έχουν οι... έχοντες.
    Και διερωτώμαι: Ήταν κατάρα το δεφτέρι ή εύρημα που έλυνε προβλήματα των πτωχών, αλλά τους συνήθιζε στη φειδώ και στην οικονομία;
    Πάντως με την KARTA οδηγείσαι σε υπερχρέωση με συνέπειες που τις ζούμε οι περισσότεροι σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή