Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Κ Ο Υ Ρ Ο Σ

 ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν  η ζέστη αρχίζει να τσούζει, τα πρόβατα αναζητούν την δροσιά κάτω από πυκνόφυλλα δέντρα του δάσους  ή  κάτω   από  σκιερά μέρη.
Τον  Μάιο  μήνα , μια γλυκιά βραδιά ο Γέρο Τσέλιγκας , από το στανοτόπι του ειδοποίησε τους σμίχτες  ότι  την πέμπτη  θα  κουρέψει  τα πρόβατα,   όποιος  μπορεί  ας έλθει  για βοήθεια. Ημέρες τώρα ακονίζει με τις ακονόπετρες, τα βαριά
 προβατοψάλιδα, τύλιξε με μαλλί το πιάσιμο των ψαλιδιών,  για να μην πληγώνουν τα χέρια των  κουρευτών  και περίμενε.
Τέλος Μάρτη είχε  γίνει ο κολόκουρος  και ο  Tσέλιγκας   έχει την πρώτη σοδιά με κοντόμαλλα,  για την ύφανση της προίκας της κόρης του.
Μαζί με την στρούγκα,  στα μεγάλα  τουφωτά  πρίνια ,  είναι και ο στάλος  που τον έφραξε  ο Τσέλιγκας,  για να γίνει το κούρεμα κάτω από τον βαθύ  ίσκιο τους. Τις αρνάδες τις  τσαγκάδες ,   με τα μεγαλόσωμα  κριάρια,  μαζί με καμιά είκοσιπενταριά ζυγούρια  και ένα σιούτο τραγί,  τα είχε από βραδύς κλείσει στο  μαντρί.-
Υπολόγιζε να κουρέψει πρώτα τα  γαλάρια πρόβατα,  την Κάλεσια, την Κάτσενα, την Βάκρα ,την Μπάλια  και ακόμη καμιά εικοσαριά επώνυμα, που είχαν ακόμη  τα αρνιά τους και ήταν  κλεισμένα στον τσάρκο.  Ύστερα  θα κούρευε τα στέρφα και τελευταία τα τραγιά με τα γίδια.
 Από βραδύς γέμισε τις  κορύτες,  σύνολο  καμιά  δεκαπενταριά, τις μισές με φάγνα  και  καρπό και τις  άλλες με νερό,  για να ταΐσει και να δροσίσει τα ζωντανά. Δεν παρέλειψε να  περιποιηθεί την  Λάγια  και την  Τσούλα  προβατίνες,  που ήταν  όψιμα νεογέννητες  και δεν είχαν πάει κοντά στο κοπάδι.
 Με το  φώτιμα,  ο Τσέλιγκας  οδήγησε  άλλοτε  μαυλώντας,   άλλοτε  με χειρονομίες και άλλοτε με φωνές, τα πρόβατα στην στρούγκα,  για το άρμεγμα  που έπρεπε να έχει τελειώσει προτού  έλθουν οι κουρευτάδες. Κάθισε στο στρουγκολίθι  στα άλλα δύο κάθισαν οι δύο του  γιοί και γέμιζαν τις καρδάρες με γάλα,  δύο και τρείς φορές ο καθένας.
Κάθε φορά που γέμιζαν οι καρδάρες με   γάλα,  το έριχναν σε δυο μεγάλα λεβέτια  που ήταν
σκεπασμένα με  τσαντίλες,   για να καθαρίζετε  από σαρίδια «τρίχες, σκουπίδια, κακαρέντζες  κλπ» . Όταν τελείωσαν το άρμεγμα, από μακριά έρχονταν   τα δυό του πρωτοξάδελφα,  οι σμίχτες  και άλλοι  γείτονες,   που θα βοηθούσαν στο  κούρεμα.
__Καλώς σας ηύραμε νοικοκυραίοι, έλεγαν ένας,  ένας  που έφθανε στο μαντρί , χρόνια πολλά,  καλό κούρο.-
Τους υποδέχονταν  χαρούμενος και με πρόσχαρο πρόσωπο,  ο  γέρο  Tσέλιγκας ανταποδίδοντάς τους χαιρετισμούς και τις ευχές των.
__Καλώς τα παλικάρια απαντούσε  και τους δείχνει  τα στρουγκολίθια  τα κούτσουρα και μικρές ριζωμένες πέτρες όμοιες με σκαμιά  να καθίσουν.
        Κάθονται ο ένας  μετά τον άλλον  στα μαξιλάρια που τους έδειξε ο  γέροτσέλιγκας,  γυρίζουν τις μανσέτες για να πάρουν τα μπράτσα τους αέρα ,  αστειεύονται μεταξύ τους και περιμένουν οδηγίες. Η αυγή έχει εύρη πανέτοιμο τον τσοπάνη με τις βαρέλες γεμάτες κρύο από την Λιάσκοβα νερό, με τις τσίτσες γεμάτες κρασί  και τσίπουρο ,με τα κοφίνια  γεμάτα  φρέσκο ζυμωτό ψωμί  και  δίπλες .
Από βραδύς  είχε  σφάξει  δύο ζυγούρια  τα έπλυνε  τα έκοψε σε μεγάλα κοψίδια  και  τα έβαλε στο λεβέτι  με μπόλικο νερό. Με την βοήθεια των κουρευτάδων  άναψε  φωτιά δίπλα στο καλύβι  και το κρέας άρχισε να βράζει.  Ο Γέρο Τσέλιγκας θέλει να ευχαριστήσει  τους κουρευτάδες του  με το φαγοπότι ..
 Πρώτα πήρε την τσίτσα με το βαθυκόκκινο κρασί φτιαγμένο  από τα αμπέλια του παληόπυργου  και την δίνει να κάνει γύρο  από στόμα σε στόμα, το ίδιο κάνει και με το ρακί .΄-Ύστερα περιφέρεται  γύρω  γύρω  και η  καπνοσακούλα με άριστο καπνό της Μωρόχοβας.  Λένε λίγες κουβέντες ακόμη ώσπου να τελειώσει το τσιγάρο  που άναψαν και όλοι με τις προσταγές του τσέλιγκα σηκώνονται .
Ξεσκούφωτος σταυροκοπιέται και εύχεται καλό κούρο και του χρόνου να είμαστε καλά το ίδιο επαναλαμβάνουν και οι υπόλοιποι  της παρέας ευχόμενοι στους γιούς να καλοπαντρευτούν και να τα χιλιάσουν.
.Αφού τελείωσαν οι ευχές περνούν μέσα στον στάλο οι κουρευτάδες  πιάνουν από ένα σφαχτό ο καθένας  το ξαπλώνουν χάμω, κάνουν ένα σταυρό επάνω του με την μύτη του ψαλιδιού και αρχίζουν να κόβουν τα λιπαρά με πίνο μαλλιά . Στην αρχή  τινάζονται και χτυπιούνται τα πρόβατα βελάζουν και γίνονται άγρια. Όσο φεύγει το μαλλί μαζί με τα ζωΰφια και τα τσιμπούρια που  τα βασανίζουν , νοιώθουν να ανακουφίζονται και  ηρεμούν.
 Το ψαλίδι  από αδέξιο χειρισμό των νέων κυρίως κουρευτών πιάνει κρέας και το πρόβατο αναπηδά από τον πόνο. Ένα- ένα  πρόβατο που λευτερώνεται  από το μαλλί στέκει παραξενεμένο χαίρεται την δροσιά και αναπηδώντας χάνεται μέσα στο δάσος. Το κούρεμα απαιτεί δεξιοτεχνία και φυσική δύναμη διότι οι τρίχες είναι πλεγμένες  μεταξύ τους και κολλημένες  με βρομιές και τον πίνο  και σχηματίζουν την προβιά. Οι κουρευτάδες παίρνουν αναπνοή, σκουπίζουν  τον ιδρώτα από το πρόσωπό τους  πίνουν με μια ξυλόκουπα  νερό μετά γονατίζουν  ή κάθονται σε  κανά  κούτσουρο και συνεχίζουν το κούρεμα .
Χαίρεται η ψυχή του  γέρο τσέλιγκα  βλέποντας την κορμοστασιά  και την ζωντάνια  των δύο και τριών  αρνιών  ζωντανά του. Διάλεξε  τον Μάΐ  να κουρέψει τα πρόβατα  εποχή που το μαλλί έχει το  μεγελύτερο  μήκος  και δεν έχει ξεκινήσει να πέφτει.
Ρίχνει μια ματιά στην  λιθαρόστρουγκα  και βλέπει  μια θεμονιά  από μαλλιά  τα ποκάρια  και ξεχωριστά πιο πέρα τα τραγόμαλλα που θα γίνουν οι κάπες τα σάσματα  και άλλα  βαριά ρούχα για τον χειμώνα.  Έχει περάσει το γιόμα και τα τελευταία ζωντανά  κουρεύτηκαν  και ακολούθησαν με χαρούμενα πηδήματα  τους συντρόφους στο δάσος.-Αποσταμένοι  οι κουρευτάδες πλένουν τα χέρια τους από τις κορύτες  η με νερό που ρίχνει ο ένας στον άλλον  με ένα κανάτι  και κάθονται  να ξεκουραστούν.
 Τώρα είναι που φτάνουν  όλα τα καλά  από την Κυρά  Δέσπω την γυναίκα του Τσέλιγκα και την κόρη του .Ένας μεγάλος τέντζερης με  κρεατόζουμο,  ξύλινα κουτάλια , σαγάνια , μια σκάφη με βραστό κρέας, μυζήθρα, γιαούρτη, τουλουμοτύρι ,τσίτσες με κρασί. Κάθονται στις πέτρες όλοι  μαζί  κάνουν το σταυρό τους και ξεκινούν το φαγοπότι . Μπουκιά απ’ εδώ  τσίμπημα απ’ εκεί χορταίνουν  και σταματούν, άδικα  ο  Γέρο τσέλιγκας  τους  παρακαλεί  να συνεχίσουν το φαΐ . Απλώνεται  σιωπή και  ένας της συντροφιάς  λέει  με γλυκιά φωνή  τραγουδιστά το ποίημα του Κώτσιου:

 Ήθελα να  ήμουνα  βοσκός στης  Γλανιτσιάς  τους τόπους
 Τρανή γκλίτσα στο χέρι μου, μικρό τράσιτο  στην πλάτη.
  Ν’ ανηφορίζω σε πλαγιές να βγαίνω σε ραχούλες,   
  να  κάθουμαι  σα σταυραϊτός πέρα-ψηλά στα βράχια.
                                                                                                                                                               
Ο Τσέλιγκας  συγκινημένος  με την γιορτινή ατμόσφαιρα  χαίρεται η ψυχή  του σηκώνει την κούπα με το κρασί και  καλοχαιρετά  ξανά και ξανά όλους τους κουρευτάδες δίνοντας στον κάθε έναν από μια ευχή .                                                                           
Δεν έχασε καιρό μπαίνει πρώτος στο χορό με τους γεροντότερους της  παρέας και ακολουθούν οι νεότεροι. Χωρισμένοι  σε  δύο παρέες  τραγουδούν μια «  βλάχα  μια παλιόβλαχα…….  βλαχούλα   εροβόλαγε…..  εκεί  ψηλά στα όρη……» και πολλά  άλλα
τραγούδια  μέχρι που το κέφι  άναψε για τα  καλά. Ο  τσέλιγκας  νοιώθει
ικανοποιημένος , γιατί έκανε το χρέος του στο ακέραιο για τον ίδιο και τους συγχωριανούς του. Ο ήλιος γυρίζει  και πλησιάζει τα Καρυτινά  βουνά, ο ίσκιος σιγά, σιγά  σκεπάζει την λίμνη του λάδωνα ,ήρθε η ώρα του χωρισμού. Οι κουρευτάδες  ένας,  ένας  αποχαιρετούν και του χρόνου νοικοκυραίοι να είμαστε καλά και του χρόνου να ξανασμίξουμε.  Ευχαριστούμαι ,ώρα σας καλή η απάντηση.

             B Girakas

4 σχόλια:


  1. Ο Κούρος, το πάλαι ποτέ, ήταν σημαντική εκδήλωση που γινόταν στις πολλές στάνες που υπήρχαν στο χωριό μας. Φαγητά, ποτά, γλέντια και συχνά χοροί.
    Γιατί δινόταν τόση σημασία δεν το γνωρίζω κατά βάθος. Από πείρα όμως μπορώ να αναφέρω: α) Την ικανοποίηση του τσοπάνη(αφέντη),οτι απάλλαξε το κοπάδι του από το ενοχλητικό μάλλινο πάπλωμα. Έτσι θα αισθάνεται πιο δροσερό και θα είναι πιο παραγωγικό.β) Την ικανοποίηση της μάνας και της κόρης να χρησιμοποιήσουν αμέσως το μαλλί , τη μόνη υφαντική ύλη, για τα φορέματα της οικογένειας και την προίκα.
    και γ) ήταν ευκαιρία για αντάμωμα και ξεφάντωμα.
    Σημειώνω και τη δυσαρέσκεια για την περίεργη εμφάνιση του κοπαδιού τις πρώτες μέρες της κουράς.
    Θύμησες πάλι από το Βαγγέλη που προσπαθεί να μείνει στέρεα παραδοσιακός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Εγώ θυμάμαι στου Λέου το καλοκαίρι που στάλιζαν τα πρόβατα στα πρίνια πιο όμορφα μου φαίνονταν τα κουρεμένα και λυπόμουνα όσα ήσαν ακόμα άκουρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  4. Το έθιμο της κουράς πριν δυο-τρία χρόνια το ζωντανέψαμε με επιτυχία μάλιστα. Ο καιρός πλησιάζει, ο Αγιοθόδωρος περιμένει. Οι αρμόδιοι
    τι λένε άραγε σχετικά;
    Φοβάμαι μήπως η "κρίση".....

    ΑπάντησηΔιαγραφή