Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Η ΚΑΜΠΑΝΑ




Του ΒΑΓΓΕΛΗ  Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Θαμπά , μόνε- μόνε που θυμάμαι την γέρικη κουφαλιασμένη αχλάδα. Ήταν έξω  από το χαμηλό σπιτάκι του Τσιαγκρή και της Βαγγελιάς. Εκεί ενδιάμεσα στην εκκλησιά και το σπίτι τους, ήταν φυτρωμένη η μεγάλη  διχαλωτή αχλάδα. Και στα δυο χοντρά κλαδιά της επάνω  άλλες διχάλες κι άλλες...
  Ποιος ξέρει από πότε υπήρχε και πόσους ανθρώπους και ζώα χόρτασε με τον καρπό της!. Εκεί πάνω  ήταν κουρνιασμένη κι  η καμπάνα του χωριού.
Μια μικρή ξύλινη σκάλα και τρία τέσσερα σκαλούγκια, καρφωμένα στους δυο πλάγιους  κορμούς, βόηθαγαν στο ανέβασμα και το χτύπημά  της .Όλοι έλεγαν ότι ήταν μια καλοφτιαγμένη και γλυκόηχη καμπάνα.
Η αχλάδα, γέρικη, δεν άντεξε φαίνεται το βαρύ πένθιμο χτύπημα της καμπάνας , από τις απώλειες πολλών ψυχών του  πολέμου και του εμφύλιου και έπεσε.
 Για κάποια χρόνια φιλόξενο στάθηκε για την καμπάνα το μεγάλο  πλατάνι της πλατείας. Η καμπάνα όμως ήθελε τον αέρα της, ήθελε να είναι κοντύτερα στο Θεό, ήθελε να ακούγεται στα Δυο Ρέματα,  στην Κουκούλα , στις Μυγδαλές. Ήθελε ξάστερα και καθαρά να ακούγεται παντού.  Το 1963 «ζήτησε» και χτίστηκε η μόνιμη κατοικία της, το σημερινό καμπαναριό.
Η καμπάνα χτυπά από παλιά, κοντά στην εκκλησία μας, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Χτυπά γιατί είναι το στόμα του Θεού. Μας καλεί να προσέλθουμε στο Ναό να προσευχηθούμε, άλλοτε να ευχαριστηθούμε με χαρούμενα γεγονότα που μας αναγγέλλει, να κλάψουμε σε  λυπηρές στιγμές, να χαρούμε σε άλλες. Από τον τρόπο που χτύπαγε η καμπάνα ερμηνεύαμε και το μήνυμα που μας έστελνε. Το πιο συνηθισμένο ήταν το κάλεσμα της μικρής μελωδικής καμπάνας στην Θεία Λειτουργία  τις Κυριακές και στη γιορτή των Αγίων. Ήταν τότε η καμπάνα το μοναδικό ρολόι που ρύθμιζε όλες τις δραστηριότητες του χωριού μας.

Η καμπάνα ήταν η φωνή του δασκάλου που καλούσε τα παιδιά να μαζευτούν  στο σχολείο για πρωινό και δειλινό μάθημα..
Σφύριζε ο δάσκαλος μια- δυο φορές το πολύ κι ο Γιώργος πρώτος έτρεχε  ν’ ανέβει τα ξύλινα σκαλιά στην αχλάδα, ψηλά στις διχάλες που κρεμόταν η καμπάνα. Τρέχει να προλάβει να μην μοιραστεί το χτύπημα με τ’ άλλα παιδιά. Κάποτε, απ’ τα πολλά παρακάλια, αφήνει τον φίλο του τον Σωτήρη να χτυπήσει κι αυτός λίγο και να χαρεί.
Εκείνος δοσμένος ολόκληρος στον γλυκόηχο της καμπάνας, δεν ακούει τους περαστικούς, τους γείτονες   να κάνει…  «κράτει». 
__Κατέβα κάτω ρε!  Δεν ακούς; Θα στα τραβήξω τ’ αυτιά! Ακούγεται η φωνή του επίτροπου, του μπαρμπα- Δήμου  του Τζιμπάκου.
__Πώς θ’ ακούσουν τα παιδιά στο κάτω χωριό, μπάρμπα; Φωνάζει ο μικρός , για να δικαιολογήσει το παρατεταμένο ενοχλητικό χτύπημα.
__Είπαμε να την χτυπάτε. Όχι και  έτσι, μια ώρα!.  Ευτυχώς  ο μπάρμπας είχε τις καλές του και εύκολα συμβιβάστηκαν.

 H καμπάνα,   ήταν η  φωνή του Προέδρου της Κοινότητας, που καλούσε τους χωριανούς να συμμετέχουν σε προσωπική εργασία. Πρέπει όλοι ν’ ακούσουν. Ο ήχος της είναι για όλους, δεν είναι για λίγους και εκλεχτούς.  Μοιράζει δίκαια και τους χαρμόσυνους και τους πικρούς ήχους της.
__Θα πάω στην αγορά μάνα, να ιδώ τι γίνεται που χτύπησε η καμπάνα.  Σε δυο λεπτά έρχομαι, εξ άλλου  δεν είναι μακριά.
__Τι να ιδείς, παιδάκι μου, μην τρέχεις τον κατήφορο. Το είπε ο πατέρας σου χθες το βράδυ που ήταν στο καφενείο.  «Προσωπική εργασία» είναι.
__Τι δουλειά θα κάνουν, μάνα;
__Πρέπει να γίνει ο δρόμος προς το Βαλτεσινίκο. Το είπε καθαρά ο γιατρός, δεν έρχεται πάλε, αν δεν γίνει ο δρόμος. Και μείς στα Λαγκάδια που πάμε, τσακιόμαστε στις παλιόπετρες..
__Μέχρι ποιο σημείο άνοιξε ο  δρόμος, μάνα;  και άλλη φορά δούλεψε το χωριό εκεί.
__Το κακό κομμάτι είναι στις Γούρνες. Δεν υπάρχει χώμα πουθενά, όλο βράχια.
Η περιέργεια μου να ιδώ τη μάζωξη  μεγάλωσε και ο παρατεταμένος χτύπος της καμπάνας με παρακίνησε να πα ως εκεί.  Σε δυο λεφτά  ήμουν στην αγορά. Φτερούγισε η ψυχή μου από χαρά στο άκουσμά της.
Ήταν πραγματική γιορτή αυτή η μάζωξη.  Κασμάδες, φτυάρια, αξίνες και λογής - λογής εργαλεία στους ώμους των χωριανών κουνιόντουσαν  πέρα δώθε. Μέχρι εξήντα πέντε χρονών είχαν υποχρέωση να προσφέρουν την εργασία τους. Η απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου έλεγε: « Οι γεννηθέντες το 1898(!) και εντεύθεν ενήλικοι  υποχρεούνται σε προσωπική εργασία»
Καλημέριζε ο ένας τον άλλον, γέροι , νέοι, κοπέλες με κέφι, με πειράγματα. Αυτό γινόταν κείνα τα χρόνια, ο Πρόεδρος και το Συμβούλιο αποφάσιζαν  για τα έργα του χωριού….
Έτσι  είδα αυτές τις ανεπανάληπτες εικόνες. Όταν γύρισα στο σπίτι, η μάνα μου με ρώτησε:
__Ήσαν πολλοί;
__Πολλοί, μάνα , ούλο το χωριό σχεδόν. Είδα και τον μπάρμπα- Γιάννη με το δάχτυλο του ποδιού έξω από το παπούτσι. Ο πατέρας γιατί πήγε στο χωράφι; Δεν θα πάει μαζί τους;
__Πέντε μεροκάματα έκανε στο δρόμο προς τον Αη-Λια . Δεν χαρίζονται σε κανέναν.


Στην  Ποριά  ο γέρο Θόδωρος ο Τσιαγκρής , όργωνε απ’ το πρωί το χωράφι του με τα δυο του βόδια, την Μελίσσα και την Κοκκίνω. Όλη μέρα έκαναν τη δουλειά  τους όσο μπορούσαν καλύτερα. Είχαν αποκάνει από την κούραση. Με λαχτάρα περιμένει ο ζευγολάτης ν’ ακούσει την καμπάνα, να σημάνει εσπερινός. Να λύσει τα βόδια απ’ το ζυγό και να γυρίσει στο σπίτι για ξεκούραση και φαγητό.
Εκείνα κάτι κατάλαβαν, απ’ τον ήχο της καμπάνας που άκουσαν και απ’ το σταυρό που έκανε ο αφέντης τους.  Μούγκρισαν και κοίταγαν την μια φορά από την πλευρά που ερχόταν ο ήχος και την άλλη τον ίδιον.
Και οι  τσοπάνηδες  το ίδιο έκαναν  και άλλοι ζευγολάτες σταυροκοπήθηκαν στο άκουσμα της καμπάνας αμόλυκαν  τα ζα και ετοιμάζονταν  για το γυρισμό στο χωριό. Χτύπησε εσπερινός, η ημέρα μάζεψε.

Μεσάνυχτα ακούστηκε ο ήχος της, ρυθμικά στην αρχή και ύστερα γρήγορα και πολύ γρήγορα μέχρι που έμπλεξαν οι αλλεπάλληλοι κύκλοι του ήχου.  Λαχανιασμένος ,τραχύς, ουρλιαχτός ήχος που φόβιζε μέσα στην κρύα νύχτα. Καλούσε επειγόντως τους χωριανούς. Κάτι κακό συμβαίνει!.  Δεν είναι ο γλυκός, πρόσχαρος ήχος γιορτής. Κάτι κακό γίνεται. Εκεί πάει το μυαλό νυχτιάτικα. Ανάστατοι οι χωριανοί βγαίνουν στις αυλές, στους δρόμους, να μάθουν, να τρέξουν, να βοηθήσουν.
Τρίβουν τα μάτια τους από  το αγουροξύπνημα  κι ανοίγουν τ’ αυτιά τους ν’ ακούσουν τι γίνεται.
Βιαστικά πατήματα ακούγονται και λέξεις ακαταλαβίστηκες. Οι γέροι με τα σώβρακα κρέμονται στα παράθυρα. Οι πιο νέοι ρίχνουν ένα ρούχο επάνω τους και βγαίνουν στο δρόμο. Ανοιγοκλείνουν και τρίζουν, πόρτες, παράθυρα.
__Μα τι συμβαίνει, πατριώτη;
__Φωτιά! Φωτιά!  Έπιασε και καίγεται το σπίτι της θεια Βασίλαινας , στο κάτω χωριό.
__Εσύ είσαι Γιάννη;
__Εγώ μπάρμπα Μήτσο.
 Και τρέχοντας με ένα βαρέλι στον ώμο, χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Πιο πίσω η κυρά Μαρίκα  με ένα παγούρι στα χέρια. Φαίνεται η μαύρη φιγούρα της, το περπάτημά της. Ο Μπάρμπα Μήτσος τόλμησε να ρωτήσει.
__Μαρίκα εσύ είσαι;  Τι έμαθες;
__Δεν ακούς τις φωνές. Της Βασίλαινας το σπίτι καίγεται  και της Πάναινας . Η φωτιά έπιασε στη μισάντρα και φουντώσανε και τα δυό σπίτια  μαζί.  Δεν τον βλέπεις τον λάμπαδο;. Ολούθε γλείφανε οι γλώσσες της φωτιάς. Τα σπίτια τριζοβολάγανε και οι φλόγες βγαίναν  από τις καμινάδες.  Ρίξανε την μια πόρτα με κασμάδες που ήταν κλειστή .  Οι πνιχτοί καπνοί και οι φλόγες ανέβαιναν ολοένα και αγριότερες και φόβιζαν τους ανθρώπους ότι δεν θα τα καταφέρουν να την σβύσουν.
Μια αντρική φωνή ακούστηκε από τ’ αλώνι.
__ Τρέχτε χωριανοί, φωτιάαααααα!....
Όλοι με γεμάτα και μισοάδια   βαρέλια στον ώμο, με βαρέλες στην πλάτη, με ένα κουβά νερό, τρέχουν δαιμονισμένα. Πρέπει να γλυτώσουν τα σπίτια των φτωχών χωριανών.
Η καμπάνα,  ντάγκα-ντάγκα-ντάγκα-ντάγκα,   χτυπά αδιάκοπα. Το μπρούντζινο τέρας βροντούσε και σκορπούσε παντού την ανατριχίλα!
Τα σπίτια πάντως γλίτωσαν χάρη στην έγκαιρη ειδοποίηση της καμπάνας!. Το παραδέχτηκαν όλοι!...

Πέντε μήνες χωρίς βροχή!  Ξεροσκασμένος ούλος ο τόπος. Δεν μπορούν να δουλέψουν στα χωράφια. Και τα σφαχτά που βγάζουν  να  βοσκίσουν , άδικος κόπος! Χορτάρι πουθενά! Τα δέντρα στέκονται και δεν στέκονται, με γερτά τα φύλλα προς τα κάτω.
Μια παρέα συγχωριανών, καθισμένη στα μπροστινά τουράκια της εκκλησίας, κοντά στο καμπαναριό,συζητούσαν τι μπορεί να γίνει με το κακό που τους βρήκε!
 __Τούτη η καμπάνα, μέρα που είναι, μου θύμισε μια άλλη εποχή, διηγόταν ο γέρο Ντίνος, τον καιρό της μεγάλης αναβροχιάς που ρημάχτηκε ο τόπος και τα σπαρτά!. Από την αυγή χτυπούσε η καμπάνα και ξεκινήσαμε όλο το χωριό. Αν δεν ήταν η καμπάνα να μας μαζέψει, δύσκολα θα συναντιόμαστε μεταξύ μας.
Δε θυμάμαι άλλη φορά να  ‘γινε  λιτανεία όπως, εκείνη την ημέρα. Δυο νέοι μπροστά κρατούσαν την εικόνα της Παναγίας και πίσω ο παπά-Πάνος με το θυμιατό. Προχωρούσαν αργά, κατανυκτικά. «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…….»
Πίσω κόσμος αμέτρητος!  Παιδιά μπροστά, ευκίνητοι νέοι, γριές, γέροι ακολουθούσαν φωνάζοντας: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, ελέησον!» και η καμπάνα χτύπαγε παρακαλεστικά.
Ακόμη και άρρωστοι είχαν έλθει  στην εκκλησία που δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν την μεγάλη λιτανεία και έκαναν το σταυρό τους τρέμοντας και παρακαλώντας.
Η καμπάνα χτύπαγε, με παρακάλια, όλο και πιο δυνατά για να ακουστεί στο Θεό . Στ’  αμπέλια ορίστηκε ο χώρος προσευχής . Ο ήλιος είχε κιτρινίσει την πρασινάδα και ο βραχότοπος στις Ράχες έδειχνε την γύμνια του.
Και ο γερο-Ντίνος κατέληξε:
__Το αποτέλεσμα της λιτανείας εκείνης δεν το θυμάμαι καλά. Ο παρακαλεστικός ήχος της καμπάνας όμως άγγιξε την ψυχή μου, πιστεύω και τα ουράνια πλάτη!.Το θυμάμαι σαν να ΄ναι τώρα!...

Μεγάλη Παρασκευή! Συννεφιασμένος ουρανός, ψιχάλες πέφτουν.  Οι καμπάνες χτυπάνε λυπητερά. Πάνω στον Επιτάφιο  βρίσκεται νεκρός ο Χριστός μας.
Η καμπάνα χτυπά και ξανά  χτυπά αργά και λυπητερά με ένα  τραγικό ήχο , σκορπώντας το ρίγος του θανάτου στους ανθρώπους, που τους κυριεύει  βαριά περισυλλογή.
Ντάν,  Ντάν,  Ντάν!  Όλη μέρα χτυπά πένθιμα, βαριά, καταθλιπτικά. Σου ‘ρχεται να κλάψεις! Γιατί αναλογίζεσαι και τον θάνατο των ανθρώπων του χωριού. Των δικών μας ανθρώπων.
Μελαγχολία και πίκρα σκορπάει αυτός ο ανατριχιαστικός ήχος στην περιφορά του Επιταφίου…..
 Πέρασε το μεγάλο Σάββατο, ξημέρωνε Κυριακή.
Ο παπάς δεν αλλάζει το έθιμο. Το Πάσχα την κονταυγή. Ξημερώνοντας Κυριακή, ακούγεται ήρεμος, κατανυχτικός, χαρμόσυνος ο ήχος της καμπάνας.
«Σημαίνει ο Θεός σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια». Πρώτα η Γέννηση με κωδωνοκρουσίες και τώρα η Ανάσταση του Χριστού μας.
Ο ήχος της καμπάνας, σεμνός, γλυκός χαρμόσυνος, μας προσκαλεί στην μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως  του Κυρίου, και το απομεσήμερο πάλι στη γιορτή της Αγάπης.
 «Χριστός Ανέστη» αδελφοί! Πώς θα νιώθαμε χωρίς καμπάνα!..

Τρείς μέρες είχαν περάσει από τη μεγάλη γιορτή της Ανάστασης και πάλε η καμπάνα σήμανε αλλόκοτα. Ντάν, Ντίν, Ντάν. σκορπώντας  το φόβο!.
Η γριά Γιώργαινα μονολόγησε:
__Μα το Πάσχα πέρασε,  ή δεν πέρασε;
 Αναρωτήθηκε κάπως μεγαλοφώνως.  Βάλθηκε να ακούσει απ το δρόμο κάτι για το  χτύπημα της καμπάνας. Κανένας  δεν φώναξε να μάθει. Κατάκοιτη στο κρεβάτι, μόνη και έρημη, περίμενε  τις γειτόνισσες  που έρχονταν  με ένα πιάτο φαϊ. 
Έπιασε το ένα χέρι με τ’ άλλο , φώναξε , κουνήθηκε και μόνη της είπε: « Εγώ πάντως ζω!»
Όταν χτύπησε η καμπάνα πένθιμα ξανά και ξανά, τότε το μυαλό της  πήγε στο κακό.
__Να ‘ναι κανένας γέρος, κομμάτια να γίνει, είπε.
Δυο γειτόνισσες σμίξανε στην αυλή του σπιτιού της.  Φοβήθηκαν πως σ’ αυτήν θα ‘γινε το κακό!.
__Θειά Γιώργαινα, φώναξαν , άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. «Χριστός Ανέστη», της είπαν και οι δυο μαζί,  όταν είδαν και αναδεύτηκε στο κρεβάτι της.
__Αληθώς Ανέστη, απάντησε η ίδια, που ακόμη δεν είχε πάθει τίποτε.
Έμαθε για τον κυρ  Τάσο,  τον πρωτοξάδερφο του άντρα της, που έφυγε.  Τα  μάτια της υγράνθηκαν και το σώμα της ανατρίχιασε .
 Σταυροκοπήθηκε και είπε στις δυο γειτόνισσες.
 __Ήταν  νεότερος από μένα,  δεν έπρεπε να πάρει τη δική μου σειρά!
Και η καμπάνα συνέχιζε να χτυπά πένθιμα, ντάν-ντάν-ντάν!... και τα πλήθη, περπατούσαν σκόρπια εδώ εκεί τον ανήφορο, προς την κορυφή του χωριού στον Αγιαθανάση. Πέρναγαν σπίτια, κήπους, αμίλητοι σε πομπή. Ακολουθούσαν την κηδεία…..

Ο ήχος της καμπάνας πέρασε τα ξύλινα μπατζούρια, το τζάμι και έστειλε το μήνυμα.  Εκείνος προσπαθούσε  κάθε φορά να μαντέψει τα κρυμμένα νοήματα, αν   ήταν εσπερινός,  γιορτή,  χαρά, λύπη.  Τώρα ξέρει τι συμβαίνει. Χτυπάει η καμπάνα ντάν-ντάν-νταν λυπητερά  και ένας φόβος τον κυριεύει, ρίγη συγκίνησης σκορπάνε  σε όλο το κορμί του, τον συγκλονίζει η κακή είδηση που μόλις έμαθε.  Τον  θάνατο του Τάσσου του γείτονα.
Ογδόντα χρονών σήμερα, λογιών-λογιών ήχους άκουσε και έμαθε  για τον πόλεμο του 40 , για τις φρικτές πυρκαγιές , για  τα πένθημα εμβατήρια και για τις μεγάλες γιορτές  και για ποιόν χτυπά η καμπάνα.
Παντού μπροστά η καμπάνα και ο ήχος της.

B GIRAKAS  17.4.2012







11 σχόλια:

  1. Βαγγέλη, σ' ευχαριστώ για το ταξίδι στο περελθόν. Είναι τόσο γλυκό, τόσο ζωντανό, τόσο νοσταλγικό!!!!


    χψ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  2. Είναι πολύ συναισθηματικό και λυρικό θέμα, δοσμένο με πετυχημένο τρόπο. Η καμπάνα ήταν τα παλιότερα χρόνια το μοναδικό στόμα του χωριού. Από την ποιότητα του ήχου της είχαμε την ικανότητα να προσδιορίζουμε και το γεγονός που ήθελε να αναγγείλει. Θυμάμαι πολύ την πρώτη μικρή γλυκόηχη καμπάνα κρεμασμένη στη διχάλα της αχλάδας. Έχω στη μνήμη μου συγκεκριμένα όλα τα περιστατικά του χωριού που μηνούσε η καμπανα και είναι όπως ακριβώς τα περιγράφει ο Βαγγέλης. Θέλω να ξεχωρίσω τα λαμπρά μηνύματα που μας έδωσε εκείνη η καμπάνα στον πόλεμο του 40. Έπεσε η Κοριτσά ,η κλεισούρα, το Αργυρόκαστρο ! Από το χαρούμενο ήχο της καμπάνας μαθαίναμε τα νέα και αμέσως, όλα τα παιδιά του χωριού, οργανώναμε πικετοφορία το βράδυ με αναμμένα λάστιχα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. η καμπανα ραγισε κι αλλαχτηκε οταν στην κηδεια του καλου και βασανισμενου απ τις αρρωστειες φιλου μου του αλκη.τυχαιο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ2 Μαρτίου 2013 - 3:05 π.μ.

    ΒΑΓΓΕΛΗ ΟΠΩΣ Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ ΕΙΧΕ ΑΓΓΙΞΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΝΤΙΝΟΥ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΚΑΙ ΑΓΟΥΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΓΡΤΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΑΓΓΙΞΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ . ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  5. Όταν χτύπαγε η καμπάνα υπήρχε μια "Ρήτρα": Να μη την αγγίζομε με τα χέρια μας όταν παλόταν γιατί θα σπάσει. Πολλά παιδιά, από περιέργεια, δεν τηρούσαν τον όρο και γι αυτό γινόταν καυγάδες ανάμεσα τους. Δεν πιστεύω να κινδύνευε η καμπάνα, απλώς αλλοιωνόταν ο ήχος της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  6. ¨οταν άκουγα το παρατεταμένο γρήγορο χτύπημα της καμπάνας μ' έπινε ένος φόβος κι έκανε τακ η καρδιά μου. Σήμερα μου τα ξαναθύμισε ο Βαγγέλης.
    Τι θα ανασκάψεις ακόμη GIRAKA;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  7. Στο σχόλιο του σέμπρου 1.40 θέλω να προσθέσω και τα εξής: Τότε ήταν της "μόδας" όσοι χωριανοί δεν ήσαν ξυπόλητοι να φοράνε για παπουτσια καουτσούκια. Καουτσούκια με πισωλούρι, παντόφλες με καουτσούκι, αρβυλωτά κλπ. Έτσι κυκλοφορούσε πολύ ροδα αυτοκινήτων. Απο την κατασκευή τους περίσευαν καμμάτια μικρά που πετάγονταν στους δρόμους και εύρισκες παντού τέτοια. Τότε στον πόλεμο μαθαίναμε τα νέα, κυρίως από τον ταχυδρόμο, τον κυρ Μήτσο, ότι παντού νικάμε τους Ιταλούς. Εμείς τα παιδιά γυρίζαμε την ημέρα τα σοκάκια του χωριού και βρίσκαμε κομμάτια λάστιχα και τα αποθηκεύαμε κάπου για την κατάλληλη στιγμή.Κι όπως λέει ο σέμπρος, όταν, τα βράδια συνήθως, χτύπαγε δαιμονισμένα η καμπάνα, αρπάζαμε μέρος από τα κομμάτια και σβουρ στην πλατεία. Αφού μαθαίναμε τη νίκη, μια ενθουσιώδη μάζα από 30-40 παιδιά με αναμένες τις δάδες μας (Τα λάστιχα), γυρίζαμε από πάνω ως κάτου το χωριό φωνάζοντας με πάθος το νέο κατόρθωμα των στρατιωτών μας στο μέτωπο.Έίναι σημαντικό να έχεις βιώσει γεγονότα που άλλοι διαβάζουν από την Ιστορία! (Είναι;;;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Θυμήθηκα κι εγώ διαβάζοντας το δοκίμιο του γειτονά μου Βαγγέλη για την παλιά καμπάνα της Εκκλησίας του χωριού μας.Καμιά σύγκριση με τη σημερινή.Η παλιά ήταν ελαφρύτερη,ήταν ένα κομψοτέχνημα.Σχεδιασμένη από έμπειρους τεχνίτες και άριστα χημικά δουλεμένη από γνήσια υλικά ήταν ένα κόσμημα,μια κούκλα!!! Παρήγαγε γλυκούς, απαλούς ,μεταλλικούς ήχους ανάλογα με το χτύπημά της από τον κωδονοκρούστη επίτροπο ή ιερέα.Διαφορετικά και τα συναισθήματα που μας έστελνε: Διαφορετικός ήχος για τον εκκλησιασμό ήταν απαλός ,χαρμόσυνος και ρυθμικός.Διαφορετικός ο ήχος για το Σχολείο ,ήταν συνεχής ,γρήγορος και προσκλητικός.Διαφορετικός ο ήχος της για θλιβερά γεγονότα - κηδείες ,ήταν αργός ,βαρύς και πένθιμος.Διαφορετικός ο ήχος της για έκτακτα γεγονότα εθνικά και κοινοτικά,ήταν δυνατός ,επαναλαμβανόμενος και ακατάστατος ,που προκαλούσε δέος ,ταραχή και φόβο. Παλαιότερα η καμπάνα μας΄ηταν ο προσφορότερος και ο πιο αδάπανος τρόπος ειδοποίησης των κατοίκων για σύναξη, ενημέρωση και λήψη αποφάσεων. Η εντολή για κρούση της δινόταν από τον ιερέα ή από τον πρόεδρο της κοινότητας προς τον επίτροπο με τα λακωνικά λόγια : Άντε βάρει την καμπάνα να μάθει ο κόσμος το μαντάτο. Θυμάμαι πως ,όταν λειτουργούσε το Δημοτικό μας Σχολείο, ο Δάσκαλός και Διευθυντής μας, ο αείμνηστος Ευστάθιος Σταθόπουλος , το πρωί έβγαινε στο μπαλκόνι του και με τη σφρυρήχτρα στο στόμα του και με ένα παρεταμένο φρίιιιι έδινε το σύνθημα στους μαθητές του να σημάνουν την καμπάνα . Κάτω από το μεσαίο πλάτανο τρέχοντας σκαρφάλωναν τότε οισυμμαθητές μου διαγκωνιζόμενοι ποιος πρώτος θα τη σημάνει και γίνει γι'αυτό τροπαιούχος!!! Βαγγέλη με το λόγο σου και με την αηδολαλούσα καμπάνα μας κατάφερες να μας ξαναθυμίσεις τα παλιά μας βιώματα και να μας συγκινήσεις νοσταλγικά. Εύγε σου ! Από την καθημερινή και συνεχή της χρήση η καμπάνα μας ράγισε και αποσύρθηκε οριστικά. Η σημερινή επιτελεί σίγουρα το βασικό της θρησκευτικό της ρόλο ,αλλά οι ήχοι που παράγει ,δεν μοιάζουν με εκείνους της παλιάς ή έτσι εγώ νομίζω;
    marpolix

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ματρολιξ ειπα και παραπανω οτι ραγισε στην κηδεια του αλκη ενος βασανισμενου απο τις αρρωστειες ανθρωπου αλλα εσυ λες ραγισε απο τη χρηση.τι ηταν να ραγισει απο τη χρηση.οι καμπανες ραγιζουν μια φορα.οποτε χρειστει

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αλκης: Μια άλλη Γλανιτσιώτικη φυσιογνωμία. Ενας ταξιδεμένος λαθρομετανάστης ένας αγράμματος μα διανοούμενος. Χαρτόμουτρο και πολιτικολόγος.Θυμάμαι στο χωριό μικρός που έκανε συζήτηση με ομοιούς του για τα έργα "Όσα παίρνει ο άνεμος και για τις δίκες του αιώνα"
    Ο 8.11 δεν θα έχει αντίρρηση μιας καιτον αναφέρει σαν φίλο.....και η καμπάνα ράγισε στο θάνατό του.
    Μιας και τον αναφέρω Ταξιδεμένο Λαθρομετανάστη να πω ότι είχα ακούσει στο χωριό. Ταξίδεψε λαθραία με ένα καράβι στην Αίγυπτο. τον ανακάλυψαν και τον γυρίσανε πίσω στην Ελλάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. μεχρι την ιαπωνια ειχε φτασει αλλα τον εζησα απο κοντα οταν ηταν πια τυφλος,ηταν σπουδαιος ανθρωπος διανοουμενος

    ΑπάντησηΔιαγραφή