Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Η ΘΕΙΑ ΜΗΤΣΑΙΝΑ


Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
 
Στου Ζαρντέ, στου Μπόβου, στου Μητρόγιαννη και στα γύρω βουνά  άρχισε να πέφτει σιγά, σιγά   το βαθύ γερανί χρώμα.  Ο ήλιος βασίλευε και άρχισε να σκοτεινιάζει.
Όλη η οικογένεια ήταν ανήσυχη. Κανένας δεν είχε όρεξη να βάλει μια μπουκιά ψωμί στο στόμα του. Η Αντώνα ήταν ανάστατη. Κάθε τόσο έβγαινε έξω στην πέτρινη σκάλα, αγνάντευε γύρω τα βουνά, στεκόταν λίγο και πάλι έμπαινε μέσα στο σπίτι της ανήσυχη και φοβισμένη....
Είχε τρομάξει από τη χθεσινή επίσκεψη ενός συνδέσμου των ανταρτών. Σήμερα ήθελε ν’ αποφύγει αυτή την συνάντηση, αλλά φαίνεται δεν ήταν του χεριού της.
__Μη ζορίζεις την τσούπα μου, του έλεγε η μάνα της, η θεια Μήτσαινα, όταν εκείνος, τις προάλλες, την είχε πάρει παράμερα και της έλεγε, να τους ακολουθήσει στο βουνό, όταν  θα την ειδοποιούσαν .
__ Θέλω ν’  ακούσω τι λέτε. τους  είπε, και πλησίασε κοντά τους. Ανάκριση της κάνεις εκεί;  Δεν την έχω για παντρειά ακόμη, είναι μικρή και δεν καταλαβαίνει  από τέτοια.
 Πού να ξέρει η δόλια το κακό που την περίμενε.
Μπας και θέλετε να την πάρετε στο βουνό; του είπε, σαν να τον ήξερε χρόνια. Μην μου την παίρνεις την τσούπα μου, λυπήσου μας.
__Δεν γίνεται θεια! Εγώ σας λυπάμαι. Εμένα ποιος θα με λυπηθεί;  Γιατί, θεια, λέτε πως την ζορίζουμε; Ξέρετε ποτέ να ζορίζουμε κανέναν;
Εκείνος χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του, χτύπησε χαϊδευτικά  με το δεξί του χέρι τον ώμο της κοπέλας και της είπε: Θα έρθουν να σου κάνουν ανάκριση και θα σε αναγκάσουν να τους ακολουθήσεις στο βουνό, θέλοντας και μη. Θέλεις να σε πάρουν με το ζόρι;
Αυτά σκεπτόταν η Αντώνα, όλη την νύχτα και την άλλη μέρα και ησυχία δεν είχε.
Ήθελαν, να την επιστρατεύσουν για το βουνό!
Το είπαν ξεκάθαρα. Την ήθελαν να βοηθήσει στον αγώνα.
Ήταν δεν ήταν δέκα εννιά Μαϊων , μια θεά πάνω στη γη! 
 Είχε κανονικό ανάστημα, σπινθηροβόλα, φωτεινά μάτια και δυο μεγάλες πλεξούδες δεμένες γύρω από το κεφάλι της , σαν στεφάνι που φώτιζε το σταρένιο πρόσωπό της και τα περήφανα μάτια της.  Ήταν όμως άτυχη πολύ γιατί έζησε σε εξαιρετικά ταραγμένη εποχή.
Τότε ο ένας με τον άλλον, σπίτι με σπίτι ξεσηκώθηκαν στο χωριό. Φορτώθηκαν ένα ματαράτσι για στρώμα και σκέπασμα  μαζί ,για τις  κρύες νύχτες, το τράστο με λίγο ψωμί και τράβηξαν στο βουνό, αντάρτες. Η αυθόρμητη προσφορά  όμως, φαίνεται, δεν έφτανε. Γι  αυτό οι αρμόδιοι πήραν άλλες αποφάσεις:
Αύριο- μεθαύριο, ίσως κι απόψε θα έρχονταν στο χωριό να πάρουν παιδιά και τσούπες για το βουνό που δεν είχαν αποφασίσει μόνοι τους ν’ ακολουθήσουν.
Δυο βράδια, δυο νύχτες ζητούν επίμονα από τους δικούς της και από την  ίδια, να τους ακολουθήσει στο βουνό.    Μπαινοβγαίνουν μία ο ένας, μία ό άλλος στο  σπίτι της και προσπαθούν  να φουσκώσουν τα μυαλά της και ν’ ακολουθήσει τα βήματά τους, την στράτα τους, όμως χωρίς αποτέλεσμα.

Ήταν άγρια, σκοτεινή και κρύα  βραδιά του φθινοπώρου. Κάποιοι περπατούν βραδιάτικα στο δρόμο  και  ακούγονται καθαρά τα βήματά τους.  Στο αγκωνάρι του σπιτιού, στη μεγάλη πέτρα, ακούστηκε συζήτηση. Μπερδεμένα, φωνές και πατήματα ήρθαν στην αυλή του σπιτιού.
__Για μένα έρχονται ,  σκέφθηκε η Αντώνα.
Ανέβηκαν την πέτρινη σκάλα και χτύπησαν τρείς φορές την ξύλινη πόρτα. Την τελευταία φορά η χοντρή φωνή έδινε εντολή να ανοίξουν την πόρτα.
Ένοιωθε ένα φόβο, πόνεσε η καρδιά της. Η φωνή της με τρεμάμενο τόνο ρώτησε:
__Ποιός είναι;
__Έχουμε κι άλλες δουλειές, αρκετά σε καρτερέσαμε. Η Αντώνα ήξερε πλέον ποιοι ήταν και άνοιξε την πόρτα. Κοίταξε με τρόμο τους τρείς χακοφορεμένους αγνώστους που κάθονταν στο πλατύσκαλο και την πέτρινη σκάλα. Φαίνονταν βιαστικοί και αποφασισμένοι να τελειώσουν  το θέμα.
Μπαίνοντας μέσα αντίκρισαν την νέα, αναψοκαμένη, φοβισμένη και αποφασισμένη να αντιδράσει στη διάθεσή τους!
__Έχουμε κι άλλες δουλειές . Αρκετά σε καρτερέσαμε. Ετοιμάσου να μας ακολουθήσεις.
__Αν προσπαθήσετε να με εξαναγκάσετε να ‘ρθω μαζί σας, δεν θα ‘ρθω.  Τους είπε!
__Θέλεις να σε πάρουμε με την βία; Σου δίνομε διορία μισή ώρα να ετοιμαστείς και ν’ ακολουθήσεις.
__Δεν είναι σωστό να τραβολογάτε μικρά κορίτσια στο βουνό για τον αγώνα. Αν θέλετε πάρτε εμένα, πρότεινε ο πατέρας της ,ο μπάρμπα-Μήτσος, μέσα από την απομόνωσή του, στο παραγώνι του χειμωνιάτικου. Τι να ειπεί παραπάνω, μήπως κόταγε; Τον είχαν φοβερίσει κι αυτόν, δεν του πέρναγε να κάνει τίποτα για την κόρη του. Σήκωσε το ένα χέρι και αμήχανα το έφερε και έξυσε το σβέρκο του και τους είπε: 
_Τουλάχιστον αφήστε να ξημερώσει και πάρτε την αύριο.
Η μάνα της ούρλιαζε, ξεφώνιζε, χτυπιόταν και παρακαλούσε ν’ αφήσουν κοντά της την μοναχοκόρη της.
__Είναι διαταγή, είπαν κοφτά και ξεκάθαρα, να την πάρουμε  για να προσφέρει στον αγώνα.
Η ώρα πέρναγε και η Αντώνα αργούσε να ετοιμαστεί. Οι τρείς γεροδεμένοι άντρες ένας μπροστά και δύο πίσω σχεδόν την έσπρωξαν και την έσυραν προς την εξώπορτα. Μα πριν βγει από την πόρτα τα δυο γερά της χέρια πιάστηκαν σαν μέγγενη από το κάσωμα της πόρτας. Δεν άντεξε στο τράβηγμα από τις  δυνατές χερούκλες των συνοδών της, τα χέρια της ξεκόλλησαν .  
Ύστερα κατέβαινε κλαίγοντας αργά- αργά και μέτραγε για τελευταία φορά τα πέτρινα σκαλοπάτια
του σπιτιού της. Στο τελευταίο σκαλί, έδωσε στα πεταχτά ένα παγωμένο από το φόβο φιλί στον μικρό ξάδερφό της, τον Χρίστο, που τον συγκλονίζει ακόμη,  όπως λέει, η θύμηση  των γοερών αναφιλητών της, καθώς χανόταν μέσα στο σκοτάδι της παγερής και βροχερής νύχτας . Έτσι ακολούθησε την κακή της μοίρα!
Η μάνα της έμπηξε μια γοερή κραυγή.
__Πού την πάτε την Τσιούπα μου ρε; Πού την πάτε; κραύγαζε σπαραχτικά . Εδώ δεν υπάρχει νόμος ρε;  Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της, ένας από τους άντρες που ακολουθούσαν πίσω και της είπε:
__Μή κάνεις έτσι , ησύχασε κυρά μου, ξέρεις πού την πάμε.
Αυτή ήταν η αρχή της συμφοράς. Τα γέρικα κορμιά του πατέρα και της μάνας σπαράζουν και το ένα κλάμα διαδέχεται το άλλο.
__Τι λέτε ρε; Γιατί παίρνετε την τσιούπα μου. Τι σας έφταιγε; Ήταν η τελευταία, απεγνωσμένη ερώτηση της μάνας.
Εκείνοι κοιτάχτηκαν στο θαμπό φέγγος μεταξύ τους , τάχυναν το βήμα τους και  μαζί με άλλα παιδιά και κορίτσια που άρπαξαν  απ’ το χωριό, χάθηκαν  όσο γινόταν πιο γρήγορα  προς το βουνό. Άφησαν πίσω την θεια Μήτσαινα να καταριέται.
           Μαθεύτηκε το νέο στο χωριό γρήγορα. Μήπως ήταν η μόνη; Η Μαριώ,η Βασίλω ή Τασιούλα, η Θοδώρα, η Αθηνά και πολλές άλλες κοπέλες είχαν την τύχη της Αντώνας.
Γείτονες και συγγενείς, την άλλη μέρα, έρχονταν στο σπίτι και τους δίνανε κουράγιο και δύναμη.
__ Μην απελπίζεσαι ,Μήτσαινα,  ογδόντα  νοματαίοι βρίσκονται στο βουνό. Ό,τι θα γίνουν αυτοί, θα γένει και η κόρη σου. Κάνε υπομονή και όλα θα σιάξουν. Μια ελπίδα μόνο είχε για το γυρισμό της, στο Θεό.
Τα βράδια έμπαινε στο σπίτι της , μανταλωνόταν και με τις ώρες προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι που ήταν στη σάλα....

Οι μήνες περνούσαν. Είδηση καμία για τη μοναχοκόρη της.  Έτσι της έλεγαν για να την αποφύγουν και να της δώσουν κουράγιο, όσους ρώταγε:
__Μάθαμε είναι καλά και όπου να’ ναι θα γυρίσει.
Το ψιθύριζαν όμως μεταξύ τους και ξέρανε πως δεν θα ξαναγύριζε. Μα κανείς δεν της το ‘λεγε.

Κανείς δεν είδε την Αντώνα τις κρίσιμες  και παγερές ημέρες του  49  που ο θάνατος έκοβε αλύπητα δικαίους και αδίκους!  Εκείνη άφαντη!!..
Πολύ αργότερα είπαν –ανεξακρίβωτα-- ότι  σε ένα βουνό, στο βάθος μιας πλαγιάς προς το ρέμα, την βρήκε ο  φριχτός θάνατος, εκεί που κυλάει και τη νανουρίζει ακόμη και σήμερα  το γάργαρο νερό . Εκεί έμεινε άταφη, άκλαυτη, μόνη και παραπονεμένη. Κανείς δεν ξέρει, το βόλι ή το χιόνι και το κρύο της έκοψε το νήμα της ζωής! Μακριά από το χωριό της, τους συγγενείς και τους φίλους της!  Πιο πέρα  που στένευε το μονοπάτι δυο- τρία παλικάρια, σκοτωμένα, χωρίς την φροντίδα κανενός, έλιωναν παρατημένα κι αυτά στη χαράδρα! Έτσι διαδόθηκε.
Πού να τους βρουν οι δικοί τους που έψαχναν;
Η κατάσταση: Τέλεια κόλαση του Δάντη!

Η θεια Μήτσαινα δεν ήθελε να χάσει την ελπίδα της.
Έπλεξε  τα μαλλιά της, τ ‘χωσε μέσα στη μαύρη μπαρέζα, συγυρίστηκε και τράβηξε για το σπίτι τους, στην πέρα γειτονιά, να ρωτήσει και να μάθει νέα για την κόρη της. Μέρες το σχεδίαζε  να χτυπήσει την πόρτα τους, αλλά κι άλλες πόρτες. Αυτοί πρέπει να ήξεραν για την τσιούπα της,
 πού είναι. Τους θεωρούσε υπεύθυνους για την επιστράτευσή της.  Ζύγωσε και στάθηκε μπροστά στην πόρτα, όσο κι αν  χτύπησε  δεν της άνοιξαν. Σαν να είδε από την χαραμάδα της φυρής πόρτας κάποια κίνηση.
Ύστερα πήγε σε άλλη αυλή και σ’ άλλες πόρτες  και χτύπαγε.Της δώσανε να καταλάβει ότι δεν ξέρουν τίποτε για την μοναχοκόρη της .
 Από πουθενά δεν πήρε απάντηση.
Μα πώς να ησυχάσει; Γύρω στα βουνά, μια άρχιζε πυκνό ντουφεκίδι και έκοβε της καρδιές των ανθρώπων και την άλλη  σταμάταγε για να ξαναρχίσει σε λίγο.
Το χωριό την μια ημέρα έβλεπε αντάρτες, με μακριά μαλλιά και γένια με γκράδες και όπλα κρεμασμένα σταυρωτά στην πλάτη.
Την άλλη έβλεπε στρατό, ντόπιους τοποτηρητές που φόβιζαν και πρόδιδαν. Οι μεν φοβέριζαν τους δε, και ο χάρος είχε μπει για τα καλά στο χωριό. Το χωριό είχε διχαστεί στα δύο! Έγινε φόβητρο ο γείτονας, ο διπλανός, ο φίλος….
Η περίοδος του εμφύλιου υπήρξε η πιο άγρια, η πιο σκληρή η πιο ταπεινωτική εποχή για τους Έλληνες. Όσοι έκαμαν ωμά εγκλήματα ένοιωθαν σπουδαίοι και μεγάλοι. Οι σωστοί και δίκαιοι λογίζονταν ανθρωπίσκοι, η ζωή στη διάθεση του κάθε τυχοδιώχτη. Τέτοιος ξεπεσμός!!.
Η θεια Μήτσαινα κάθε βράδυ σωριασμένη στην πέτρινη σκάλα, αμίλητη, έκανε το πρόγραμμα της άλλης μέρας.
Η καημένη, είχε λιώσει τα πόδια της, από τις πρώτες ημέρες που άκουσε παράξενες ειδήσεις. Πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο και από χωριό σε χωριό να ρωτάει.
__Μην είδατε την Αντώνα ρέ;
__Ποιά είναι  η Αντώνα, θεια;
__Η μοναχοκόρη μου, δεκαοχτώ χρονών τσιούπα σαν τα κρυά νερά.
Να ζει η μοναχοκόρη μου ρε; Τι ξέρεις; Ξανά ρώταγε. Όταν της έλεγαν ζει και θα γυρίσει, τότε ηρεμούσε, γαλήνευε η ψυχή της, όπως έκανε και η Γοργόνα  που ηρεμούσε και γαλήνευε τη θάλασσα.
Η αλήθεια είναι ότι, από τότε που έφυγε  η κόρη της , δεν είχε καμιά είδηση. Κανένας δεν της είπε αν πέθανε σε μάχη, αν πέθανε από κακουχίες, αν την εκτέλεσαν εν ψυχρώ, αν ζει.
__Όρε να με κρατούσαν τα πόδια μου, σκεφτόταν, θα πήγαινα σε αναζήτησή της. Άκουγε για λαβωμένους, άκουγε  για σκοτωμένους, κι έλεγε:
_ Η τσιούπα μου  τώρα μπορεί και να είχε την ανάγκη μου. Σκέφθηκε από δω σκέφθηκε από κει, πού να πάει η έρημη μόνη της και ποιο σημείο του ορίζοντα να πάρει;
Κανένας χωριανός, κανένας γνωστός δεν της είπε τίποτα, παρότι και δικά τους παιδιά , δικοί τους άντρες κι αδέρφια είχαν βγει στο «κλαρί». Αφού καλοζύγιασε την βαρυχειμωνιά με τις δυσκολίες της , τον κίντυνο που η ίδια θα διέτρεχε και την ατυχία της, γιατί τρείς φορές  πήγε σε λημέρια ανταρτών χωρίς να μάθει τίποτα, δεν το αποτόλμησε να ξαναπάει.
 Ο νους της ταξιδεύει μακριά, τότε που ήρθε νύφη στο χωριό. Τότε που ημερόνυχτα βαρούσαν τα κλαρίνα και την καμάρωναν και την καλώς όριζαν. Τότε που ήρθε με πόνους και χαρές η μοναχοκόρη της και άνθισε το σπίτι της.
Στο νου της ξανάρχεται η κόρη της. Τα μάτια της αγριεύουν όταν βλέπει ότι δεν είναι κοντά της, τα χείλι της σαλεύουν και  ξεσπάει:
__Άντρες μωρέ είναι αυτοί που ορφάνεψαν το σπίτι μου! Παίρνουν  μάνες και ορφανεύουν παιδιά, παίρνουν κόρες και δυστυχούνε  οι μάνες!
Εκείνη η φρικιαστική εικόνα  το βράδυ που παίρνανε την κόρη της, δεν λέει να φύγει από το μυαλό της. Την βασανίζει την  κυνηγάει. Μαχαίρι είναι  δίκοπο στην καρδιά της. « Γιατί να μην μπω  μπροστά τους και να τους εμποδίσω και ότι θέλανε ας με κάνανε και ας με σκοτώνανε. Ζωή τώρα είναι τούτη;»
Το μάτι της έπεσε σε μπουλούκι  ανθρώπων κάτω από τον πλάτανο της Παναγιάς. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, τέντωσε τα αυτιά της. Σαν να ‘κουσε γυναικεία φωνή που έμοιαζε της κόρης της!
Με μιας έφυγε η θολούρα από τα μάτια της και πήρε το δρόμο για κει.
Δεκαπέντε νομάτοι κουβέντιαζαν, χειρονομούσαν, βλαστήμαγαν. Κάποιος τρανός ήταν μαζί τους που έδινε οδηγίες.
__Πού είναι η κόρη μου; Τους ρώτησε και τα μάτια της άστραφταν από θυμό και οργή. « Ένα εκατομμύριο ζημιά ρε, μου κάνατε που έχασα την κόρη μου, τους έλεγε, το καταλαβαίνετε;» Σαλεμένα λόγια της μάνας!
Αυτοί για απάντηση μισογέλασαν και έδιωξαν τα βλέμματα από πάνω της. Την περιφρόνησαν . _Φονιάδες, θέλω την τσιούπα μου, και με την μικρή δύναμη που είχε, έσπρωξε  έναν που γέλαγε. Τα μάτια του μεγάλου κοίταξαν ερευνητικά τα μάτια όλων. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει.
__Μη δίνεις σημασία. Είναι τρελή η γυναίκα. Δεν είναι στα λογικά της.
 Και κείνη ρώταγε  κάποιον που την κοίταγε με συμπάθεια.
__Τι  λες ρε! Μην άκουσες για τη δικιά μου τσιούπα; Δεν ξέρετε τίποτα; Δεν μιλάτε; το βλέπω, μου τη φάγατε την τσιούπα.  Φονιάδες!. 

                                                                     Β.Μέρος

Η θειά Μήτσαινα ωστόσο ξαγρυπνούσε και περίμενε το γυρισμό της Αντώνας.  Πριν χωθεί στο στρώμα αποκοιμιόταν πάνω σε ένα σκαμνί που ήταν κοντά στο τζάκι και μετά ζαλισμένη, κουρασμένη ξάπλωνε,  να την πάρει ο ύπνος. Ο άντρας της φώναζε, να πάει να κοιμηθεί, μα κείνη είχε μέσα της ένα φόβο πως η κόρη της κινδυνεύει.
Ο μπάρμπα Μήτσος και κείνος πολλές βολές καθόταν στην πέτρινη σκάλα αφαιρεμένος κι αγνάντευε απέναντι στον κήπο του την πικραμυγδαλιά. Έστριβε το τσιγάρο του να φουμάρει και πρόσεχε τα διαβατάρικα πουλιά.
Σκεπτόταν την κόρη του και όταν κείνα τράβαγαν στο βοριά ,της έστελνε χαιρετίσματα  με δάκρυα…
Απόγιομα θα ήταν που ακούστηκαν σκουμάρια και φωνές, κλάματα και μοιρολόγια στου Μητσέλα το σπίτι.
Θα τους ήρθε το κακό μήνυμα, είπε κάποια που την ρώτησαν.
Η θεια Μήτσαινα έβαλε την μαύρη μαντήλα στο μελαμψό και ψημένο από τον ήλιο πρόσωπό της. Μοιρολόγησε μέρες στο παραγώνι και στην πέτρινη σκάλα και στην αυλή του σπιτιού και όπου βρισκόταν.
Μα και οι γειτόνισσες και οι συγγενείς έρχονται, κάθονται κατάχαμα και πάνω στα σκαμνιά κάνοντας  ένα γύρω, κι ακούνε της Μήτσαινας το μοιρολόγι. Τις είχε διδάξει ο Ευριπίδης ο τραγικός της αρχαίας Ελλάδας, το θρήνο, τον πόνο το μοιρολόγι.
Τότε όλες οι γυναίκες έμπαιναν στο θρήνο και έμπηγαν τα κλάματα. Η θειά Μήτσαινα δεν ήταν η πρώτη κακότυχη μάνα. Άλλες μαυροφορεμένες μάνες, αδελφές είχαν πρώτες αυτή την τύχη. Είχαν κι αυτές σκοτωμένους και η κάθε μια έκλαιγε πρώτα  τον δικό της  άνθρωπο ,  ύστερα την Αντώνα  και ύστερα έκλαιγαν  όλους τους σκοτωμένους
Όσες γυναίκες δεν είχαν πάρει το κακό μήνυμα για τους ανθρώπους τους έκαναν τάματα, στην Παναγιά το ένα πάνω στο άλλο  Δυο μέρες πριν στη γιορτή της Παναγίας γονατιστές γύριζαν γύρω απ την εκκλησία και την έζωναν με κερωμένο σπάγκο πολλές βολές. Τάζανε κεντητά απλάδια και ζητούσαν  να γίνουν υπηρέτες στην χάρη της, αρκεί να ‘ρχόσανται οι δικοί τους πίσω.
__Παναγίτσα μου, λυπήσου μας και στείλε τα παιδιά μας πίσω, τους άντρες μας, τις κόρες μας ,την ικέτευαν και την θερμοπαρακαλούσαν.
Σε είκοσι σπίτια τους ήρθε η μαύρη είδηση. Η κόρη, ό άντρας, ο γιός δεν θα γύριζαν πίσω!
Ο χορός των γυναικών θρηνεί πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο και η τραγωδία συνεχίζεται. Ακόμη είκοσι τέσσερα σπίτια θα θρηνήσουν, θα κλάψουν μέχρι το τέλος του γολγοθά. Είχαμε σπονδή δακρύων, σχεδόν κάθε ημέρα σε όλο το χωριό. Κανένας δεν έμεινε αμέτοχος.
Πριν δέκα ημέρες ήρθε μήνυμα : Σκοτώθηκε η Αθηνά κάπου στο Δρακοβούνι. Μετά λίγες ημέρες άλλο μήνυμα: σκοτώθηκε ο Οδυσσέας και χθες το μήνυμα για την Αντώνα!   χωρίς άλλη ενημέρωση πότε και πού…. Έτσι έμεινε άκλαυτη, ποιος ξέρει αν έμεινε κι άταφη!…….. Την ίδια δυστυχώς μοίρα είχαν και χιλιάδες  άλλοι ‘Ελληνες κατά τα πέτρινα εκείνα χρόνια, που  και οι στοιχειώδεις ακόμη νόμοι δε λειτουργούσαν.
Όταν  έβλεπαν  πως δεν έπαιρναν μαρτυρική λέξη από το στόμα των ανακρινόμενων,  τους έριχναν τη φαρμακερή βολή ή τους σπρώχνανε από την κορυφή του γκρεμού, να πέσουν και να σκοτωθούν! Άφηναν εκεί τα κορμιά τους στα αίματα! Άλλοτε  στράγγιξε όλο το αίμα τους από τις μαχαιριές που τους έδωσαν και έσβησαν οι άνθρωποι
__Ακούς εκεί να σφάξουν τους ανθρώπους σαν τα’ αρνιά! Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Να είναι αλήθεια ή έτσι τα λένε;
__Αλήθεια είναι δυστυχώς!  Τότε υπήρχαν παρακρατικές οργανώσεις, Μάϊδες,  ταγματασφαλίτες, πορωμένοι άνθρωποι. Με ψεύτικες μαρτυρικές καταθέσεις και ψευτομάρτυρες δίκαζαν και καταδίκαζαν τα στρατοδικεία τους πατριώτες σε θάνατο.
Κι εδώ ο χορός των γυναικών, ήρθε να κλάψει στα σπίτια τους αποβραδύς, από το φόβο να μην τις δουν ξένα μάτια. Ένα βουβό κλάμα και μεγάλος πόνος κάλυψε τον τόπο μας για πολλά-πολλά χρόνια. Έτσι ρήμαξε ολότελα το χωριό και η Ελλάδα.   Έκλεισαν και πολλούς φυλακή σε ξερονήσια για σωφρονισμό όπως έλεγαν τότε.

Η  θεια Μήτσαινα  όταν δεν πήγαινε στα χωράφια με τα γαϊδούρια και τις γίδες, έπιανε την πέτρινη σκάλα, και το βλέμμα της βυθιζόταν στο χρόνο.
Έκλαιγε την χαμένη κόρη της. Αυτό το κλάμα ημέρα, με την μέρα κακόφτιανε την ψυχή της, το σώμα της ,την ζωή της. Θύμωνε, φώναζε, καταριόταν και ξέσπαγε στους γύρω της και κυρίως στη νύφη της, τη Σπυρούλα.
Εκείνη, χρόνια υπομόνεψε ,στο τέλος δεν άντεξε.
__Για σταμάτα, μάνα, της έλεγε. Μη με φορτώνεσαι, δεν αντέχω άλλο. Μόνο εσύ έχεις βάσανα; Εμείς οι άλλοι δεν πάθαμε τα ίδια; Πού είναι ο αδερφός μου ο Χρίστος , ο μπάρμπας μου, τα ξαδέρφια μου, το χωριό όλο. Τα αδέρφια μου δεν είναι φυλακή στη Λέρο; Μάζεψε το μυαλό σου. Δεν θα μας τρελάνεις εσύ όλους!
__Τη δική μου τσιούπα δεν την είδα σκοτωμένη να την κλάψω ,να την μοιρολογήσω, το καταλαβαίνεις;
Θέλω να φύγω από τούτο τον κόσμο. Δεν είναι ζωή τούτη!  και τι να κάνω η έρμη; Η κόρη μου, δεν θα γυρίσει, μου την φάγανε οι φονιάδες. Μα αν γυρίσει και δεν με βρεί, σκέφθηκε. Γι αυτό πρέπει να περιμένω, μονολόγησε.
__Τι κάνεις θειά Μήτσαινα; Καλημέρα, της έλεγαν οι γειτόνισσες.
__Τι να κάνω ρε! Τι τους έκανε ρε, η δική μου τσιούπα, που ήρθαν στο σπίτι και την πήραν με το ζόρι; Από το Θεό ρε, να το βρούνε. Φωτιά να πέσει να τους κάψει. Θα τους τρουποκεφαλιάσω, που θα μου πάνε, που περνάνε κι από το σπίτι μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που φοβέριζε, και έπαιρνε πέτρες  που μόλις τα γέρικα χέρια της μπορούσαν να σηκώσουν και πέταγε στους υποτιθέμενους φονιάδες της κόρης της. Ο θυμός έβραζε μέσα της όλες τις μέρες και ξέσπαγε όπου κι αν βρισκόταν.
Μέσα στις μεγάλες παγερές νύχτες, μέσα στην μοναξιά της , άρχισε να χάνει τα λογικά της. Δεν βρίσκει άκρη πουθενά. Ο νους της τρέχει στα περασμένα. Μαζεύει τα γεγονότα της ζωής και τα βάζει το ένα κάτω από το άλλο.
Λεύτερη νέα, τσοπάνα στα πετροβούνια της Λάστας και στο Πυργάκι  φύλαγε τα γιδοπρόβατά της.  Ήρθε η παντρειά με τον νοικοκύρη της, τον Μήτσο. Η γέννηση και το μεγάλωμα της κόρης της,  Αντώνας.
Η θεια Μήτσαινα με κυρτούς από τον πόνο και τις κακουχίες ώμους, με  σταφιδιασμένο πρόσωπο, ήταν ευλαβής προς τα θεία. Εκκλησιαζόταν όλες ανεξαιρέτως τις Κυριακές και γιορτές και ακολουθούσε κατά γράμμα τη νηστεία Τετάρτη και Παρασκευή, το σαραντάημερο  και όλες τις σαρακοστές των μεγάλων εορτών.  Την Μεγάλη Παρασκευή ανακάτωνε καπνιά από το τζάκι με ξύδι ,έβρεχε το ψωμί μ’ αυτό και έτρωγε. Να την σταύρωνες δεν αρταινότανε  με τίποτα.
__Γιατί ρε, να μη παντρευτώ ξανά, να κάνω παιδιά σε πείσμα του άντρα μου; Αυτά έλεγε χωρίς να τα πιστεύει. Η ίδια κορόϊδευε την κατάντια της και γέλαγε. Τόση ήταν η ελαφρότητα του μυαλού της που έπαιρνε το δρόμο ανά  δέκα πέντε ημέρες και πήγαινε στη Λάστα, στο Πυργάκι που είχε γεννηθεί, οχτώ ώρες ποδαρόδρομο!
Μια μέρα με δύο ήταν αρκετές να ξεκουραστεί και να επανέλθη φορτωμένη ζαλιά με καρύδια, μήλα και άλλα προφαντικά. Στο δρόμο έβρισκε χοντρές πουρναρίσιες κλάρες , έβαζε και αυτές στον ώμο της και κουρασμένη, ιδρωμένη, πεινασμένη και διψασμένη κατέληγε στην πέτρινη σκάλα. Έβρεχε ένα ξεροκόμματο κριθαρένιο ψωμί, έπαιρνε με το άλλο χέρι ένα κομμάτι τυρί και με βουλιμία έτρωγε χωρίς να την απασχολεί οτιδήποτε.Ήταν πλέον στον κόσμο της!
__Σήκω μάνα , έλα μέσα να φάμε, της φώναζε η νύφη της, η Σπυρούλα.
__Ήρθα και έφερα το δικό μου φαϊ, δεν σε έχω ανάγκη, αποκρινόταν. Μέρα παρ΄ ημέρα ακούγονταν φωνές και μαλώματα.
Ακούς εκεί! Ήρθε από τα Τακαίϊκα να με κληρονομήσει, ρε! Φώναζε με δυνατή φωνή. Η Σπυρούλα ματαίως πάσχιζε σε ήπιο τόνο να την παρακαλεί και να της λέει ότι δεν διεκδικεί τίποτε δικό της.
__Σώπα μάνα, μην κάνεις έτσι και φρίζει ο κόσμος!
__Τότε! πού είναι τα Σαϊσματά  μου,  τα ματαράτσια μου,  η προίκα μου μωρή, που τα βάζεις όλα κάτω και τα τσολοπατάς.
__Εκεί είναι, δεν στα πειράζει κανένας, της έλεγε για να την ηρεμήσει. Τελικά η θειά Μήτσαινα αποφάσισε να κρύψει και να κλειδώσει στην κασέλα της τα κεντίδια της, τα νυφικά της και την προίκα της.


Ψυχοσάββατο ήταν κείνο το απόγιομα. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει. Ο απολογισμός έγινε. Οι πληγές ανοιχτές μέχρι και σήμερα. Νεκροί στον πόλεμο, στην αντίσταση, στον εμφύλιο. Κρεμασμένοι, δολοφονημένοι, σφαγμένοι, δικασμένοι σε θάνατο στα στρατοδικεία. Σύνολο σαράντα τέσσαρες ψυχές, σαράντα τέσσερα άτομα, ο ανθός του χωριού.
__Τι καλά θα  ήταν να ζούσε ο πατέρας μου, έλεγαν πολλά μικρά ορφανά παιδάκια  και η μάνα που άκουγε, βούρκωνε.
__Καλά θα ήταν να είχα και γω τον άντρα μου. Δεν φταίγαμε να πληρώσουμε εμείς τον πόλεμο.
__Ξέχαστο μάνα, αυτό που είπαμε. Δεν το είπαμε για να κλαίς. Το ίδιο σκέφθηκε πολλές φορές και η θεια Μήτσαινα:
__Τι καλά θα ήταν να είχα την Αντώνα μου, και όλοι οι άλλοι είπαν:  καλά θα ήταν να είχαμε τους δικούς μας.
Η καμπάνα χτυπάει λυπητερά και καλεί τις γυναίκες στο θλιβερό  καθήκον.
Η θειά Μήτσαινα, έβαλε στο κεφάλι την μαύρη μαντήλα της, έκρυψε το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της και έδεσε τις άκρες της μαντήλας καλύπτοντας έτσι το κάτω σαγόνι και τα μάγουλα. Πήρε το πιάτο με τα κουκιά και το πρόσφορο, τυλιγμένο σε μια πετσέτα και πρώτη από όλες ήρθε στην εκκλησιά.
Σαν σε πομπή, η μια γυναίκα μετά την άλλη, μαυροντυμένες, κουκουλωμένες με μαύρα μαντήλια, αμίλητες τραβάνε προς την εκκλησία.
Σήμερα θα γίνει το μνημόσυνο των σκοτωμένων.
Σαράντα τέσσερα πιάτα έφεραν οι  χαροκαμένες χήρες, μανάδες, αδελφές και κόρες με κόλλυβα. Σε κάθε πιάτο αντιστοιχεί και ένα ψυχοκέρι. Όσοι και οι σκοτωμένοι.
                ΣΑΡΑΝΤΑ  ΤΕΣΣΕΡΟΙ νεκροί!!
Τα μάτια όλων είναι γεμάτα δάκρυα. Ο παπάς μόλις κρατιέται στ πόδια του. Καλύτερα να είχα πεθάνει παρά να κάνω τέτοιο μνημόσυνο, είχε εξομολογηθεί.  Είναι χρέος του να μνημονεύσει τα άξια παιδιά που άλλοτε γέμιζαν το χωριό και  έδιναν χαρά, δύναμη, αγάπη και ζωή.
Με τρεμάμενη φωνή, αρχίζει την νεκρώσιμη λειτουργία.
__Αιωνία η μνήμη στα τιμημένα παιδιά μας, χωριανοί.
__Αιωνία η μνήμη, επαναλαμβάνει το  πλήθος.
__Αιωνία η μνήμη ,ξαναλέει ο παπάς και τότε ξεσπάει το κλάμα, ο θρήνος, το βουβό μοιρολόγι.
__Ησυχάστε ευλογημένοι, φωνάζει με την  σβησμένη φωνή του, τώρα πρέπει να μνημονεύσουμε τα ονόματα και πρέπει να τ’ ακούσετε.
Η θεια Μήτσαινα βρίσκεται σε μια γωνιά ακίνητη, σαν πεθαμένη. Δεν έχει άλλα δάκρυα να χύσει, στέρεψαν τα μάτια της από το κλάμα. Ρωτάει την διπλανή.
__Τι λές να ΄ρθε και η Αντώνα μου εδώ;   Την διάβασε ο παπάς;
Ο παπάς βάζει όση δύναμη έχει και διαβάζει ένα  ένα όλα τα ονόματα και για κάθε όνομα οι ψάλτες και ο κόσμος λέει «Θεός συγχωρέστον»:

1 / Αντωνόπουλος Αντ. Νίκος        (Μπακαβές)   
 2 / Αντωνόπουλος Ιωάννου Κώστας
3 /Αρεστόπουλος Γ. Τρύφωνας           
4 / Βασιλοπούλου Παν. Αντωνία   (Πάνου Μπρή)
5/Βασιλόπουλος Αθ. Αναστάσιος  (Τασιόρηγου)
6/ Βασιλόπουλος Β Χρίστος             (Βασιλώνη) 
7/ Βασιλόπουλος Αν. Γεώργιος       ( Τασιόρηγου)
8/ Βασιλόπουλος Αν. Αθανάσιος    (Τασιουκλή)
9/ Βασιλοπούλου Ανδρ. Κατίνα       (Αντρίκα)
10/ Γιαννόπουλος Γ. Χαράλαμπος   (Καγιά)
11/Γιαννόπουλος Κ. Χαράλαμπος    (Κωνστάντιου)
12/ Γιαννοπούλου Γ Αθηνά                ( Γιωργιά)
13/ Γιαννόπουλος Ευαγγ. Κώστας    (Βαγγελάκου)                               
14/ Δημητρακάς Αθ Πάνος                 (Τουρλοθανάσης)
15/ Κωνσταντινόπουλος Ευθυμ. Ιωάννης (Σιαούρλος)
16/ Κωνσταντινόπουλος Χ.Οδυσσέας         (Χριστιά)
17/ Κωνσταντινόπουλος Χρ. Γεώργιος        (Λώνης)
18/ Μαλαπέρδας Κ. Θεόδωρος                    (Μαλαπερδοκώστα)
19/ Μποσμής Κ. Χρίστος (Τάκη)
20/ Μποσμής Ευστθ. Θεόδωρος                   (Σκασίλα)
21/ Μποσμής Χρ. Πάνος                                  (Παναζιούλης)
22/ Μπάντος Π. Νίκος
 23/ Παπαναστασίου Γ Αντρέας                     (Ντρίβα)
24/ Παπαναστασίου Γ Νίκος                           (Ντρίβα)
25/ Παπαθεοδώρου Κων. Περικλής               (Παπακώτσιου)
26/ Πολύδωρας Κων. Ιωάννης                        (Μαναρόγιαννης)
27/ Πολύδωρας Κων. Χρήστος                       ( Σερέτης)
28/Παπαναστασίου Κ. Νικόλαος                    (Κώτσιου Γουνά)
29/Πολυχρονόπουλος Χρ. Δημήτριος            (Κελεπούρης) 
30/ Πολύδωρας Σπηλ. Γρηγόριος                    (Σπηλιώτη)
31] Πολύδωρας Δημ. Πάνος                             (Κατσιμύγας)
32/ Πολύδωρας Γεωργ. Σπήλιος                      (Φωτιά)
33/ Παπά Μαρ. Μαρίτσα                                  (Μαρινάκη)
34/ Πολυχρονόπουλος Αθ. Μαρίνης           (Τσιριμοθανάση)
35/Πολυχρονόπουλος Αθ. Χαράλαμπος    (Νάσιαινας)
36/ Πολυχρονόπουλος Γ Ιωάννης                 (Σιαψιάνη)
37/ Παπαϊωάννου Γ Βασίλειος                     (Παπαγιάννη του δάσκαλου)
38/ Ροζής Αντ. Γεώργιος                                (Γαγάτσου)
39/ Ροζής Ανδρ. Θεμιστικλής
40/ Ρουμελιώτης Παν. Γεώργιος
41/ Σταθόπουλος Δημ. Αντώνιος                 (Τζιμπάκου)
42/ Φουρνόδαυλος Ιωάν. Γουλιέλμος        (Λάκης)
43/ Χριστόπουλος Π Δημήτριος                   (Μυτίτσα)
 44/  Χριστοπούλου Δημ. Αντωνία               (Μητσιέλα)
Τώρα θεια Μήτσαινα, διάβασε ο παπάς και το όνομα της κόρης σου, της είπε η διπλανή της.  Η θειά Μήτσαινα πήγε να σβήσει το ψυχοκέρι και να πάρει το πιάτο με τα κουκιά. Σαν ήρθε κοντά μουρμουρίζει. Πάει να πει κάτι, δυναμώνει η φωνή της δεν άντεξε και κλαίει βαθιά. Τότε οι γυναίκες μαζεύτηκαν γύρω της και άρχισαν όλες να κλαίνε μαζί. Ο τόπος όλος γέμισε από την οδύνη τους. Εκείνη σταυροκοπήθηκε, μιξόκλαψε, είπε θεός συγχωρέστους και βγήκε έξω στην εκκλησιά με το πιάτο τα κουκιά.
__Να πάρτε ρε κουκιά και συγχωράτε την τσιούπα μου, που ήταν καλή.
Το ίδιο έκαναν και οι άλλες γυναίκες.
Η Νικολίτσα ένα μικρό κοριτσάκι, άπλωσε τα τρυφερά χεράκια της ενωμένα και πήρε κουκιά. Η Κωστούλα, λυπημένη αμίλητη καθόταν σε μια γωνιά.
 Εσύ  δεν θέλεις κουκιά; Ρώτησε το εξάχρονο κοριτσάκι.
__Εγώ τον πατέρα μου θέλω απάντησε κείνο και έσκυψε τα ματάκια της κάτω.
Στο χωριό τώρα που οι περισσότεροι άντρες σκοτώθηκαν, όλο το βάρος έπεσε στους ώμους των γυναικών.
Οι μάνες γίνανε και πατεράδες και οι γυναίκες γίνανε άντρες. Τώρα τις καρτερούν άλλες σκοτούρες και δουλειές.  Πως θα κρατήσουν στη ζωή τη φαμελιά τους; Πως θα τρανήνουν τα παιδιά τους; Πως θα βγάλουν το ψωμί, το ντύσιμο και την ποδεμή των δικών τους;
__Μωρή μην το βάλουμε κάτω το κεφάλι και μας πάρει η κάτω βόλτα είπαν μεταξύ τους. Κουράγιο  να κάνομε, πρέπει να επιζήσουμε, αυτό θέλουν και οι σκοτωμένοι μας.
Έτσι έκαναν, σήκωσαν το κεφάλι ψηλά, ανασκουμπόθηκαν, πήραν τον κασμά μέσα στο ξεροβόρι, το δραπάνι μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, κρύωσαν, ίδρωσαν, υπόφεραν, μόχθησαν και επέζησαν. Όπως το ήθελαν οι σκοτωμένοι τους.
Θεός σχωρέστους……..
B GIRAKAS



                                   

5 σχόλια:


Μια απλοϊκή γυναίκα που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ήταν σχέτη τραγωδία και τη βίωσε σα μάνα εντελώς μόνη, χωρίς κανένα σοβαρό στήριγμα!
Απροσμέτρητος Πόνος! Θεός συγχωρέσοι την.

 


Στο πρόσωπο της θεια Μήτσαινας ο συγγραφέας
τοποθετεί όλες τις γυναίκες του Χωριού μας (μάνες, αδελφές, συζύγους...)που δοκιμάστηκαν σκληρά στα χρόνια του εμφιλίου. Οι μεγαλύτεροι από μας έζησαν στο πετσί τους εκείνα τα γεγονότα,
που, ομολογουμένως, πολύ ζωντανά και πραγματικά ξαναφέρνει στη μνήμη μας ο Βαγγέλης. Ζούσαμε εν αναμονή κάποιου θλιβερού γεγονότος κάθε ημέρα, καθώς οι περισσότεροι νέοι και νέες ήσαν στο "βουνό" και αντιπάλευαν με το χειμώνα και τα βόλια!
Τέτοιες ολόμαυρες ειδήσεις μας ερχονταν δυστυχώς σχεδόν καθημερινά! Το χωριό σπάραζε ανάσπιτα. Εξάλου ένας γενικευμένος κίνδυνος είχε απλωθεί στο χωριό καθώς είχαμε και άλλους συγγενείς και πατριώτες σε φυλακές, σε εξορίες, σε στρατοδικεία. Από παντού μας τύλιγε φόβος και απελπισία!
Δεν είναι ευχάριστο το κείμενο, γιατί μας θυμίζει "οικεία κακά". Είναι όμως πραγματικό και τα ιστορούμενα έχουν σημαδέψει σχεδόν όλο το Χωριό.
Χωρίς πάθος πλέον είναι χρήσιμο, μέσα απ' αυτό το χρονικό, να προσεγγίσουμε τα παθήματα του Χωριού μας, να συγκλονιστούμε από τον κατάλογο των θυμάτων μας και να αποτάξουμε εκείνο το εφιαλτικό παρελθόν, ευχόμενοι να είναι το τελευταίο συμβάν.
Υ.Γ. Μπορεί άραγε κάποιος απο τους πατριώτες να ισχυριστεί ότι εκείνη η τραγωδία τον ίδιον ή τον περίγυρό του δεν τον άγγιξε;

oti xeirotero mporoyse na symbei stin xora .xathike o anthos tis,kai akoma ayti i pligi einai anoixti.istories poy sernonte kai dilitiriazoyn kai tis neoteres genies.........pistebo oti einai noris akoma na agkiksoyme to thema........

ΕΔΩ

Ας γαληνέψουν οι ψυχές τους......

Γλανιτσιώτες που πρέπει να θυμόμαστε!!!!!!!!!!!!!
Δόξα τους έπρεπε και τιμή μεγάλη και τις ψυχούλες τους να συγχωρέσουμε.
Οι γεναίοι έφυγαν, οι τωρινοί δεν ξέρουν να τιμούν!.......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου