Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΓΙΟΦΥΡΙ

 ( Ένας θρύλος των χρόνων της  σκλαβιάς )
                               Γ.Θ. ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗΣ

Ο ποταμός  Λάδωνας (Ροφιάς)  χωρίζει την επαρχία Γορτυνίας από την επαρχία Καλαβρύτων. Τα νερά του είναι ορμητικά και η κοίτη του αρκετά βαθειά.
Τις όχθες αυτού του ποταμού ένωνε, στα παλιά χρόνια, το γιοφύρι που για την ιστορία και το θρύλο του θα κάμουμε λόγο σ’ αυτό το σημείωμά μας.....



Το γιοφύρι αυτό βρίσκονταν εκεί που καταλήγουν τα Δασκαλέϊκα ποτιστικά χωράφια και λέγονται Μερίδες και διασώθηκαν ως τα χρόνια μας τα δυο πόδια του, που σήμερα πλέον είναι θαμμένα κάτω από τα νερά της τεχνητής Λίμνης του Λάδωνα. Ήταν χτισμένο με πέτρες και με την περιβόητη λάσπη (κ ο ρ α σ ά ν ι).
 Το κορασάνι φτιαχνόταν από τριμμένο σε σκόνη κεραμίδι κι ασβέστι άσβεστο. Μέσα στη λάσπη του ανακάτεβαν λάδι και κορκούς αυγών.

Έτσι γινόταν μια ουσία που στην αντοχή ήταν ανώτερη από το τσιμέντο. Τα τρία τεράστια τόξα της καμάρας του ένωναν την πέρα μεριά, όπως συνηθίζουν να λένε τα Στρεζοβινά και Ποδογορινά χωράφια, με τη δώθε μεριά, τα Κερπινιώτικα χωράφια.

Στα χρόνια εκείνα, το γιοφύρι αυτό ήταν ένας σπουδαίος, ο μοναδικός ίσως κόμβος συγκοινωνιών που ένωνε την επαρχία Γορτυνίας με την επαρχία Καλαβρύτων.

Εκείνος που ήθελε να πάει από  την Αρκαδία στην Πάτρα ή στα Καλάβρυτα και το αντίθετον, έπρεπε απαραίτητα να περάσει πάνω σε τούτο το γεφύρι.
Το θρυλικό αυτό γεφύρι χτίστηκε στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από Αρκάδας εργάτες και μαστόρους.
Οι Τούρκοι αγάδες, θέλοντας να εξυπηρετήσουν τα στρατεύματα  της Τουρκικής κατοχής, υποχρέωσαν με τη βία τους σκλαβωμένους Αρκάδες, να χτίσουν αυτό το γιοφύρι που ο θρύλος του έφτασε από γενεά σε γενεά ως εμάς.
Πόσες και πόσες φάλαγγες Τούρκων πέρασαν πάνω από τούτο το γιοφύρι και σκόρπισαν τη δυστυχία και την ερήμωση στο σκλαβωμένο Μοριά.
Οι σκλαβωμένοι Έλληνες το βλέπαν σαν ανάθεμα και το καταριόσανται, ζητώντας πάντοτε την ευκαιρία, να το ξεθεμελιώσουν. Μα η ευκαιρία αυτή δεν τους δινότανε και το τρομερό γιοφύρι στεκόταν σαν ένας γιγάντιος βρικόλακας εκεί καταμεσής του κάμπου.
Βαριά και θλιμμένα περνούσαν τα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς και το γιοφύρι- σκιάχτρο έσφαζε τις καρδιές των γύρω δουλευτάδων της γής.
Οι σκλαβωμένοι Αρκάδες και Καλαβρυτινοί, μπαϊλντισμένοι απ’ τον αβάσταχτο Τούρκικο ζυγό, ξεσηκώθηκαν κάποτε ενάντια στους απαίσιους καταχτητές ζητώντας  τη λευτεριά τους η το θάνατο.
Οι πρώτοι κλεφτοκαπεταναίοι είχαν κιόλας πιάσει καραούλια στα γύρω βουνά (Μαίναλο, Χελμό, Ώλενό, Ζήρεια, Πάρνωνα και Ταύγετο) και εξορμώντας από κεί σφυροκοπούσαν τις Τούρκικες ορδές με μοναδικά όπλα τις πέτρες, τα ξυνάρια, τα τσεκούρια και την άφταστη παληκαριά τους.
Ένα από τα φοβερά αυτά χτυπήματα των κλεφτοκαπεταναίων δόθηκε στο χωριό  Β ε σ ί ν ι των Καλαβρύτων, που ανάγκασε τους φοβερούς Τούρκους- Λαλαίους να υποχωρήσουν άταχτα προς τα όρια ης Αρκαδίας για να φτάσουν στην Ντροπολιτσά.
Καθώς περνούσαν το γιοφύρι τρέχοντας , για να γλυτώσουν τα κεφάλια τους, απ’ τους επαναστατημένους σκλάβους, πετούσαν στο ποτάμι ότι είχαν και δεν είχαν για να ξαλαφρώσουν και να μπορούν να τρέχουν πιο γρήγορα.
Μια Τουρκάλα μάνα δεν άντεξε να πετάξει το μωρό παιδί της στο ποτάμι και το κουβάλησε μαζί της. Καθώς όμως πήρε τον ανήφορο της Βαλάκας κουράστηκε πολύ κι αναγκάστηκε να τα’ αφήσει φασκιωμένο στα σπάργανα, πάνω σε μια πέτρα και να φύγει με την ψυχή στα δόντια από την κούραση.
Ο θρυλικός Κερπινιώτης Καραβασίλης, που έβοσκε τα γίδια του στης Βαλάκας το δάσος, άκουσε τα κλάματα του παιδιού και χωρίς να δειλιάσει ροβόλησε και πήρε στην αγκαλιά του το μωρό Τουρκόπουλο.
Ο μεγαλόψυχος αυτός τσοπάνος έφερε το παιδί στα γρέκια του, που βρίσκονταν στη θέση Μάντρα των Κάτω-Καλυβιών της Κερπινής και που τα ερείπιά τους σώζονται ακόμα  από κείνα τα χρόνια. Εκεί το περιποιήθηκε και το μεγάλωσε σαν δικό του. Το πότιζε ζεστό γάλα από τα μαστάρια των γιδιώντου και το ανάθρεψε στη στάνη του ώσπου γίνηκε σωστό παλληκάρι. Όταν το παιδί έφθασε σε ώριμη ηλικία, ο γέρο- Καραβασίλης του διηγήθηκε μια μέρα το περιστατικό της καταγωγής του. Του είπε ότι είναι Τουρκόπουλο και πως θα πρέπει να πάει στην πατρίδα του για να βρει τους δικούς του.
Του παιδιού τα μάτια στραφτοκόπησαν στο άκουσμα αυτό. Έσκυψε φίλησε το χέρι του ευεργέτη του και έφυγε για την Τουρκιά.  Εκεί εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά και με την εξυπνάδα του και την παλληκαριά του, γίνηκε αξιωματικός του τουρκικού στρατού.
Ύστερα από κάμποσα χρόνια τον στείλανε στην Στρέζοβα των Καλαβρύτων σαν διοικητή των τούρκικων αποσπασμάτων που βρίσκονταν εκεί.
Ο Τούρκος αγάς θυμήθηκε ον τόπο που μεγάλωσε και τον θετό πατέρα του τον Καραβασίλη που ζούσε στην πέρα μεριά του Λάδωνα.
Έστειλε ένα στρατιώτη του και κάλεσε το γέρο να παρουσιαστεί μπροστά του.
Ο γέρο –Καραβαίλης που δεν ήξερε τι τον θέλει  ο Τούρκος-αγάς σηκώθηκε αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τον θάνατο.
Πλύθηκε, στολίστηκε, φίλησε τους δικούς του, αποχαιρέτησε τα γρέκια του και τον τόπο που πέρασε όλη του τη ζωή και ακολούθησε τον τούρκο στρατιώτη.
Σε λίγο βρέθηκε μπροστά στον τρομερό αγά, κι ακλόνητος περίμενε την διαταγή του.
Ο Τούρκος αξιωματικός μόλις είδε τον γέρο, τον γνώρισε κι άρπαξε το κοκκαλιάρικο χέρι του και το καταφιλούσε  δακρυσμένος.
Ο γέρος ταράχτηκε με αυτό που είδαν τα μάτια του, αλλά δεν μίλησε. Ο αγάς τον έβαλε να καθήσει και του είπε πως είναι το Τουρκόπουλο που ανέθρεψε κάποτε σαν παιδί του.
Για το καλό που μου έκανες, του είπε, θέλω να σου κάμω μια χάρη.
Όποια μου ζητήσεις.
Ο γέρο-Καραβασίλης αρνήθηκε να δεχτεί από τον τούρκο χάρη.
Τότε ο αγάς του λέει:
Ανέβα πατέρα πάνω στην πιο ψηλή κορφή του Δρακοβουνιού κι άφησε ελεύθερα τα μάτια σου να τηράξουν γύρω όσο μπορούν απέραντα. Θα σου χαρίσω όλο αυτόν  τον τόπο να γίνει δικό σου τσιφλίκι.
Δεν θέλω τίποτε του είπε ο γέρο Καραβασίλης. Μια κι επιμένεις όμως να μου κάμεις μια χάρη, ένα πράμα θα σου ζητήσω: Να γκρεμίσεις το γεφύρι του Ροφιά.
Ο Τούρκος αγάς δαγκώθηκε για μια στιγμή και προσπάθησε να μεταπήσει το γέρο να μη επιμείνει σ’ αυτό το ρουσφέτι. Μα εκείνος έμεινε  αμετάκλητος.
Ο αγάς που το είχε σε κακό να αθετήσει τον λόγο του, αναγκάστηκε να κάμει τη χάρη του γεροπατέρα του.

Διάταξε να περάσουν όλα τα στρατεύματα από την Γορτυνία στο Στρεζοβινό και γκρέμισε το γιοφύρι. Έτσι απαλάχτηκε για πολλά χρόνια η περιφέρεια του Καραβαίλη από τις λεηλασίες των τούρκικων στρατευμάτων και η τοποθεσία του κάμπου που ήταν χτισμένο το γιοφύρι, ονομάστηκε  «Κ ο μ μ έ ν ο   γ ι ο φ ύ ρ ι».
Οι απόγονοι του Καραβασίλη για ν’ αποφύγουν τις διώξεις των Τούρκων, αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν το επίθετό τους διατηρώντας πάντοτε το πρώτο μέρος του, Καρά= μαύρος.

Διατηρείται όμως ακόμα το όνομα της γειτονιάς του χωριού (Καραβασιλέϊκα) που είχαν τα σπίτια τους.
Για την Αντ/φή :ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

5 σχόλια:


  1. Από πολύ μικρός είχα ακούσει "Το κομμένο Γιοφύρι". Περνούσα πλησίον του, όταν πήγαινα στο χωράφι ,στη Μερίδα, αλλά δεν μπόρεσα να ιδώ ούτε την ακριβή θέση του, ούτε τα απομεινάρια του. Η εκτίμηση ότι είχε χτιστεί σε κατάλληλη θέση ,μαρτυράει και το γεγονός ότι πολύ κοντά του φτιάσανε αργότερα τη "Βέργα". Μια ξύλινη κατασκευή από χοντρούς κορμούς δένδρων πολύ στενή, χωρίς παραπέτα και ταρακουνιόταν όταν περνούσε κάποιος. Ήταν επικίνδυνη και θάπρεπε να είσαι ισοροπιστής για να περάσεις.Ξέρω όμως ότι περνούσε πολύς κόσμος χωρίς να έχει συμβεί ατύχημα.Τη Βέργα την είχα ιδεί,αλλά δεν την είχα περάσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  2. Το ιστορικό του κομμέμου Γεφυριού είναι μια κερπινιώτικη εκδοχη καλογραμμένη και ευλογοφανής.
    Οι ερευνητές μπορεί να ανακαλύψουν κι άλλες ιστορίες. Μέχρι τότε μπράβο στον γέροντα Καραβασίλη για την όλη του συμπεριφορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πρόχειρος, εκ μακρών κορμών δέντρων κατασκευασθείσα και απο καιρού εις καιρόν ανανεωθείσα γέφυρα, άνευ προβολής τινός, κοινώς δε ονομασθείσα βέργα, ήτο εζευγμένη κατωτέρω της λιθίνης τετρατόξου, παρά το χωρίον Πέρα Συριάμου.
    Ουδόλως απίθανον είναι, ότι απο της προϊστορικής εποχής και εντεύθεν και άλλαι γέφυραι απλαί, του τύπου της βέργας, η συστηματικώτερον πως κατασκευασμέναι ξυλόφρακτοι γέφυραι είχον ζευχθή επι του Λάδωνος προς τον ίδιον σκοπόν, αίτινες ούτε ασφάλειαν παρείχον είς τους διανύοντας ταύτας, παρασυρόμεναι ενίοτε υπο του ορμητικού και εν στενή κοίτη διερχομένου ρεύματος του ποταμού, ούτε ήτο δυνατόν να εσώζοντο μέχρις ημών, καθότι ήσαν ξύλιναι...........

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τετράτοξη γέφυρα είναι το κομένο γεφύρι και η βέργα αυτή που γνώρισαν οι πατεράδες μας στον Κούφιο γιατί της Κυράς το γεφύρι είναι πεντάτοξο. Πέρα συριάμου είναι η Ποδογορά φαντάζουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή